where art is always in focus

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Gallery. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Gallery. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
11.5.26

Ανθεμόεσσα*, μια εικονογραφημένη ιστορία (με λεζάντες)

 

 

 

φωτογραφίες:  Ελίζαμπεθ Άριενς

           κείμενα:  Μπάρμπαρα Κολέ 

 

 

© Elisabeth Ariëns
 

Ένα διαυγές γαλαζοπράσινο ρεύμα παρασύρει προς τα εμπρός μια μικρή ομάδα νεαρών γυναικών, ανυψώνοντας και περιστρέφοντάς τες, ένας χορός από φτερά και ηλιακό φως. 

 

 
© Elisabeth Ariëns

© Elisabeth Ariëns

© Elisabeth Ariëns
Καθώς κινούνται μέσα στο νερό, φτάνουν σε ένα μυστικό, αρχαίο βασίλειο – το μυθικό, ανθόσπαρτο νησί Ανθεμόεσσα. Μια από αυτές βρίσκει ένα κοχύλι στα πόδια της, το σηκώνει και ακούει μια ψιθυριστή φωνή να της διηγείται τις ιστορίες των γυναικών προγόνων της. Μια άλλη ανοίγει τα φτερά της: σε πλήρη δόξα.

 
© Elisabeth Ariëns

© Elisabeth Ariëns

© Elisabeth Ariëns
 

Τρέχουν, γελούν, πετούν σε αυτή τη λαμπερή ζώνη φωτός. 
Με βαθιές ανάσες, απορροφούν τη μαγεία και την αφήνουν να ρέει.

 


© Elisabeth Ariëns

 Δοκιμάζουν τις μάσκες που αποκαλύπτουν τα αληθινά τους πρόσωπα. 
Μην ξεγελιέστε:  αυτές οι γυναίκες δεν επιδιώκουν να σαγηνεύσουν - είναι οι ίδιες σαγηνευμένες από τη ζωή.

 
 
 
 
 *Το νησί των Σειρήνων, γνωστό στη μυθολογία ως η Ανθεμόεσσα, είναι ο τόπος όπου οι Σειρήνες σαγήνευαν τους ναυτικούς με το τραγούδι τους, σύμφωνα με την Οδύσσεια. 
Στην αρχαιότητα τοποθετούνταν κοντά στη Νάπολι, ενώ σήμερα ταυτίζεται συχνά με τα νησάκια Li Galli (ή Le Sirenuse) κοντά στο Αμάλφι
 
 
πηγή: Crash magazine
 
 
 επιμέλεια-μετάφραση: Κάππα Λάμδα
© periopton


Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση
του παρόντος άρθρου (ολόκληρου ή αποσπασμάτων)

4.5.26

«ψευδοκαθίσματα» _ 1996 - 2018

2' διάβασμα

 

 

 

Μια σειρά φωτογραφιών που τραβήχτηκαν στην Κίνα από τον φωτογράφο Μίκαελ Βολφ.


 

 

 

© Μίκαελ Βολφ

Οι καρέκλες αποτελούν σημαντικά αντικείμενα που εμφανίζονται συχνά στις συλλογές των μουσείων, είτε λόγω της ιστορικής, ανθρωπολογικής είτε της σχεδιαστικής τους αξίας. Μας διηγούνται ιστορίες για τους ανθρώπους που τις κατασκεύασαν και τους ανθρώπους που κάθισαν πάνω τους, την κατάσταση, το ενδιαφέρον και την ικανότητά τους. Υπάρχουν πολλές καρέκλες που δεν θα βρούμε στα μουσεία, καρέκλες φτιαγμένες εκ των ενόντων για να καλύψουν την στιγμιαία ανάγκη για κάθισμα. Ο Μίκαελ Βολφ φωτογράφησε αυτά τα αυτοσχέδια καθίσματα στα κρυμμένα σοκάκια του Χονγκ Κονγκ και της ηπειρωτικής Κίνας, αναδεικνύοντας μια μοναδική διάλεκτο αυτοσχεδιασμού. Αυτά τα υβριδικά καθίσματα είναι αποτέλεσμα αυτοσχέδιων συναρμολογήσεων από κατοίκους της περιοχής, οι οποίοι χρησιμοποίησαν ό,τι παράταιρα υλικά είχαν στη διάθεσή τους. Αυτές τις υπαίθριες ιδιότυπες δημιουργίες, καθεμία από τις οποίες φέρει την προσωπική πινελιά του δημιουργού της, τις αποκάλεσε «ψευδοκαθίσματα» μια χαριτωμένη αναφορά στην πολυσύνθετη προέλευσή τους.

Τα «ψευδοκαθίσματα» έχουν μια ιδιαίτερη σημασία σήμερα, ευαισθητοποιώντας μας σε έναν κόσμο όπου οι πόροι γίνονται όλο και πιο σπάνιοι. Τα κατεστραμμένα και σπασμένα αντικείμενα δεν απορρίπτονται απλώς για να αντικατασταθούν από νέες, κατώτερης ποιότητας εκδόσεις, αλλά αναδιαμορφώνονται ως μοναδικά παραδείγματα αυτοσχεδιασμού.



© Μίκαελ Βολφ

© Μίκαελ Βολφ

© Μίκαελ Βολφ

© Μίκαελ Βολφ

© Μίκαελ Βολφ

© Μίκαελ Βολφ

Ο Βολφ καταγράφει αυτά τα «Φρανκενστάιν» αντικείμενα ακριβώς όπως τα συνάντησε, πλαστικές πλάτες προσαρτημένες σε ξύλινα σκαμνιά, μεταλλικά πόδια βιδωμένα σε αταίριαστα πλαίσια, και ασύμβατα μέρη δεμένα μεταξύ τους με σύρμα και ταινία. Κάθε καρέκλα λειτουργεί όχι μόνον ως πορτρέτο του χρήστη του, αλλά και ως πορτρέτο μιας κουλτούρας που βασίζεται στην αναγκαιότητα και την επινοητικότητα, όπου τα αντικείμενα αποκτούν μια δεύτερη ζωή μέσω πρακτικής, αυθόρμητης εφεύρεσης. Εστιάζοντας σε αυτά τα ταπεινά καθίσματα, ο Βολφ μετατρέπει την καθημερινή χρησιμότητα σε μια βαθιά μελέτη της ανθρώπινης εφευρετικότητας και της άρνησης να απορριφθεί ό,τι μπορεί ακόμα να επισκευαστεί.

Αναπροσδιορίζοντας τα αντικείμενα ως πολιτιστικά τεχνουργήματα, ο Βολφ πραγματοποίησε τη διαδικασία συλλογής και ταξινόμησης, προσκαλώντας σε στοχασμό για ένα εξαφανιζόμενο πολιτιστικό τοπίο. Για τον Βολφ, η φωτογραφία ήταν πάντα το μέσο έκφρασής του, ενώ ως παθιασμένος συλλέκτης την θεωρούσε επίσης μια μορφή συλλογής. Αναφέρει σχετικά:
«Ο τρόπος που λειτουργεί σε εμένα είναι ότι ο εγκέφαλός μου ακολουθεί το ένστικτό μου. Συχνά βλέπω κάτι που βρίσκω συναρπαστικό, αλλά δεν μπορώ να σας πω γιατί. Το 1996, ερωτεύτηκα αυτές τις περίεργες σπασμένες και επισκευασμένες «ευκαιρίες για κάθισμα» και από τότε, από κάθε ταξίδι στην ηπειρωτική Κίνα, αγόραζα ένα ή δύο. Ήταν η αρχή μιας συλλογής που τελικά θα αποτελούνταν από περισσότερα από 100 αντικείμενα.
Δεν είναι κομψές, ούτε είναι πάντα άνετες. Αλλά ούτε παράγονται μαζικά: είναι μοναδικές. Στην Κίνα, τα αντικείμενα που χρησιμοποιούνται για κάθισμα είναι τόσο ποικίλα όσο και οι περιστάσεις για να καθίσει κανείς. Κάθε καρέκλα και κάθε σκαμνί έχει τον δικό του χαρακτήρα, είναι ένας σύντροφος, ένα αποπαίδι ή ένας σεβάσμιος πρεσβύτερος. Όσοι κάθονται πάνω τους βρίσκονται κοντά στο έδαφος, εσωστρεφείς, παρακολουθώντας τον κόσμο να περνάει, χωρίς την πίεση του χρόνου.»



© Μίκαελ Βολφ

© Μίκαελ Βολφ

© Μίκαελ Βολφ

© Μίκαελ Βολφ

© Μίκαελ Βολφ

© Μίκαελ Βολφ

Η φωτογραφία του Μάικελ Βολφ είναι η φωτογραφία ενός «αουτσάιντερ». Γεννήθηκε το 1954 στη Γερμανία, μεγάλωσε στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά, και επέστρεψε στη Γερμανία για να σπουδάσει φωτογραφία πριν περάσει το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας του στην Ασία· το έργο του δεν υπόκειται σε κατηγοριοποίηση. Αυτό που τον ξεχωρίζει από τους άλλους είναι η οξεία ικανότητά του να εντοπίζει τη συμβολική αξία σε εκείνες τις φαινομενικά ασήμαντες λεπτομέρειες που τόσο συχνά περνούν απαρατήρητες. Από αυτή την οπτική γωνία, ο Βολφ κατάφερε να δημιουργήσει ένα σύνολο έργων που ασχολείται με την πιο καθολική πραγματικότητα της σύγχρονης αστικής ζωής. Πέθανε αιφνίδια το 2019 σε ηλικία 65 ετών.


Nota bene
η συλλογή «ψευδοκαθίσματα» αποτελεί έκθεμα στο Μ+ Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης στο Χονγκ Κονγκ













επιμέλεια-κείμενο: Κάππα Λάμδα
© periopton



Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση
του παρόντος άρθρου (ολόκληρου ή αποσπασμάτων)


1.5.26

Γαλλο-Αμερικανικό πάστοραλ

2.17' διάβασμα

 

 

 

 


Αγρότης στην παραλία, Νορμανδία, 1949-50
© Estate of Louis Stettner

Ο Λούις Στέτνερ είναι γνωστός για την ιδιαίτερη οπτική που συνδυάζει την τόλμη της αμερικανικής φωτογραφίας δρόμου με τον πιο ήπια και τη λυρική προσέγγιση που χαρακτηρίζει περισσότερο τους συγχρόνους του στο Παρίσι. Κάποια στιγμή επισκέφθηκε το Παρίσι με σκοπό να μείνει τρεις εβδομάδες· τελικά έμεινε πέντε χρόνια. Για το υπόλοιπο της ζωής του, ταξίδευε μεταξύ Νέας Υόρκης και Παρισιού — των «δύο αγάπων» του, όπως τις αποκαλούσε — βρίσκοντας συνεχώς νέα έμπνευση σε αυτή τη γεωγραφική δυαδικότητα. Ο Στέτνερ έζησε ανάμεσα στους δύο πολιτισμούς, καταγράφοντας την καθημερινή ζωή με ουμανιστική ματιά. Οι φωτογραφίες του αντικατοπτρίζουν το ευρύ φάσμα των ενδιαφερόντων του, από όλους τους τύπους Νεοϋορκέζων (συμπεριλαμβανομένων των εργαζομένων, των κομψών γυναικών, των καταπονημένων και των επισκεπτών από αλλού), μέχρι μια Γαλλία που μόλις είχε απελευθερωθεί από την ναζιστική κατοχή. Φευγαλέες στιγμές στη ζωή των πόλεων, από επιβάτες την ώρα αιχμής μέχρι ήρεμες παρατηρήσεις της καθημερινής ρουτίνας, στιγμές που συχνά δεν μπορούν να αναβιώσουν.

 

 

Ομόκεντροι Κύκλοι, Εργοτάξιο, Νέα Υόρκη, 1952 
© Estate of Louis Stettner

διάβαση πεζών, 1999 
© Estate of Louis Stettner

Ομπερβιλιέ, 1947 
© Estate of Louis Stettner

ζευγάρι φιλιέται κάτω από την ομπρέλα, 1996 
© Estate of Louis Stettner

πρακτορείο τύπου εκτός πόλης 
© Estate of Louis Stettner

σταθμός Πεν, Νέα Υόρκη
© Estate of Louis Stettner

καφετέρια στο Μανχάταν, 1946
© Estate of Louis Stettner

εργοστάσιο χαρτιού, ΕΣΣΔ, 1975
© Estate of Louis Stettner

ιδιοκτήτρια πλυντηρίου μπροστά από το κατάστημά της, Παρίσι, Γαλλία, 1949. 
©Centre PompidouDist. © Estate of Louis Stettner

 

Ο Στέτνερ έχει καταγράψει την αρχιτεκτονική και πολιτιστική εξέλιξη του Παρισιού και της Νέας Υόρκης, καθιστώντας το αρχείο του με χιλιάδες εικόνες μια σημαντική πηγή. Λίγοι φωτογράφοι έχουν ένα τόσο εκτενές αρχείο και των δύο πόλεων, ένα αρχείο που περιλαμβάνει ιστορικές εικόνες από τα διασημότερα τοπόσημα κάθε πόλης και την καθημερινή ζωή των πολιτών της. Ο Στέτνερ χαρακτήριζε τη φωτογραφία του ως ανθρωπιστικό ρεαλισμό. Ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για την καταγραφή της ζωής της εργατικής τάξης σε κάθε πόλη και επιδεικνύει ευαισθησία σε αυτή την προσπάθεια, φωτογραφίζοντάς την με μεγάλη αξιοπρέπεια.

Αργότερα στράφηκε στη έγχρωμη φωτογραφία, διατηρώντας όμως σε μεγάλο βαθμό το ύφος και την φιλοσοφία του.


«Ο τρόπος ζωής μου, η ίδια η ύπαρξή μου, βασίζεται σε εικόνες ικανές να χαραχθούν ανεξίτηλα στο εσωτερικό μάτι της ψυχής μας.»

Γεννημένος το 1922 στο Μπρούκλιν, ο Στέτνερ κατά τα εφηβικά και νεανικά του χρόνια, επισκεπτόταν τακτικά το Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης για να εξερευνήσει τη συλλογή των εκτυπωμένων φωτογραφιών. Η πρώτη του φωτογραφική μηχανή ήταν μια ξύλινη μεγάλου φορμά και συνέχισε να φωτογραφίζει με φιλμ και μετά την καθιέρωση της ψηφιακής για το υπόλοιπο της ζωής του. Αργότερα εντάχθηκε στη Photo League, μια πολιτικά ενεργή συνεταιριστική οργάνωση.
Κατατάχθηκε το 1942, και εκπαιδεύθηκε ως πολεμικός φωτογράφος υπηρετώντας στο μέτωπο του Ειρηνικού. Το 1947 μετακινήθηκε στη Γαλλία όπου συνέχισε τις σπουδές του. Ενώ ζούσε στο Παρίσι, γνώρισε τόσο καλά την καλλιτεχνική σκηνή -ανέπτυξε ιδιαίτερα μια στενή σχέση με τον Μπρασάι, ο οποίος έγινε φίλος και μέντοράς του-  που η Ένωση του ανέθεσε να οργανώσει την πρώτη αμερικανική έκθεση μεταπολεμικής γαλλικής φωτογραφίας. Η έκθεση, με έργα των Μπρασάι, Μπουμπά και άλλων, άνοιξε στη Νέα Υόρκη το 1948. Ο Στέτνερ επέστρεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες για μεγάλα χρονικά διαστήματα για να εργαστεί ως ανεξάρτητος φωτογράφος και αργότερα για να διδάξει στο Cooper Union και στο Brooklyn College. 
Εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Γαλλία το 1990 και πέθανε εκεί το 2016.


«Ο Μπρασάι μου έδειξε ότι είναι δυνατόν να βρεις κάτι σημαντικό φωτογραφίζοντας ανθρώπους στην καθημερινότητά τους που κάνουν συνηθισμένα πράγματα, ερμηνεύοντάς τα με τον δικό σου τρόπο και με τη δική σου προσωπική οπτική.»




© Estate of Louis Stettner

καρέκλες, 9η Λεωφόρος, 2004
 © Estate of Louis Stettner

RAS, Παρίσι
 © Estate of Louis Stettner

Βασιλιάς και Βασίλισσα του Κόνι Άιλαντ
 © Estate of Louis Stettner

Παρίσι
 © Estate of Louis Stettner

παραλία Τορεμολίνος, Ισπανία (Μάιος 1952)
 © Estate of Louis Stettner

ναύτης, σταθμός Πεν, 1958
 © Estate of Louis Stettner

αυτοπορτρέτο, Σαντιάγο, Χιλή, 2000–2001
 © Estate of Louis Stettner

Το όνομά του μπορεί να μην είναι τόσο γνωστό όσο αυτό ορισμένων συγχρόνων του, αλλά στον κόσμο της φωτογραφίας ο Λούις Στέτνερ θεωρείται ένας από τους μεγάλους, το έργο του οποίου εντάσσεται αδιαμφισβήτητα στον κανόνα. Δεν αναζητούσε τη δημοσιότητα· αναζητούσε την αλήθεια, και σε αυτή την αναζήτηση δημιούργησε μερικές από τις πιο ειλικρινείς, ανθρώπινες και διαχρονικές εικόνες του εικοστού αιώνα. 

 

 

επιμέλεια-κείμενο: Κάππα Λάμδα
© periopton



Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση
του παρόντος άρθρου (ολόκληρου ή αποσπασμάτων)

 

21.2.26

Γκουίντο Γκουίντι, το άλμουμ του χρόνου

3.30' διάβασμα

 

 

 

'Col tempo, 1956–2024'


In Veneto 1984-89
© Guido Guidi


Το LE BAL αποτίει φόρο τιμής στον Γκουίντο Γκουίντι, μια εξέχουσα προσωπικότητα της ευρωπαϊκής φωτογραφίας. Από τη δεκαετία του 1960, η συνεισφορά του στη γλώσσα της εικόνας έχει δώσει ζωή σε μια από τις πιο χαρακτηριστικές οπτικές ποιητικές εκφράσεις της εποχής μας. Για πρώτη φορά στο LE BAL, 70 χρόνια με τη ματιά του παίρνουν μορφή σε 400 vintage εκτυπώσεις που δημιούργησε ο καλλιτέχνης, σε συνεργασία με το MAXXI – Museo nazionale delle arti del XXI secolo στη Ρώμη.

Ο Γκουίντο Γκουίντι, γεννημένος στην Ιταλία το 1941, ανήκει σε μια γενιά καλλιτεχνών που μεταμόρφωσαν βαθιά τη σχέση μεταξύ της φωτογραφικής γλώσσας και της αντίληψης του τοπίου. Η προσοχή του στρέφεται τόσο σε θραύσματα καθημερινών, φαινομενικά αδιάφορων τοπίων στη Ρομάνια—την περιοχή όπου έχει πάντα ζήσει—όσο και σε εμβληματικά έργα σημαντικών προσωπικοτήτων της αρχιτεκτονικής. Δίνοντας ίση σημασία στο κοινότοπο και το μνημειώδες, στις παραβλεπόμενες λεπτομέρειες καθώς και στις καθοριστικές μορφές, σταδιακά διαμόρφωσε μια ριζοσπαστική θέση, μέχρι το σημείο να αναγνωρίζεται σήμερα από τους συναδέλφους του ως βασική αναφορά στην ιστορία του μέσου.



Col tempo, 1956–2024
© Guido Guidi

Col tempo, 1956–2024
© Guido Guidi

Col tempo, 1956–2024
© Guido Guidi

Col tempo, 1956–2024
© Guido Guidi

Η έκθεση κινείται πάνω στη γραμμή μιας «ποιητικής της προσοχής»—μια πρόσκληση να παραμείνουμε, να παρατηρήσουμε πραγματικά, να αγγιχτούμε από τη σκιά—όχι ως κενό, αλλά ως ένας τόπος όπου το φως, ο χώρος και η μνήμη συναντιούνται. Η επιμελητική επιλογή να διασπάσει τη φωτογραφική ενότητα υπέρ των ποιητικών και μορφικών εντάσεων ενισχύει την ιδέα της φωτογραφίας όχι ως περιγραφή, αλλά ως πρόκληση· όχι ως επιβεβαίωση, αλλά ως διερεύνηση.

Σε μια εποχή που κυριαρχείται από την επείγουσα ανάγκη και την υπερβολική έκθεση, οι εικόνες του Γκουίντι μας υπενθυμίζουν ότι το να βλέπεις είναι ήδη το να σκέφτεσαι, ότι στη σκιά κρύβεται μια μορφή αλήθειας, και ότι ίσως μόνο μέσω αυτού που μας διαφεύγει—μέσω του κενού, της σιωπής και της περισυλλογής—μπορούμε πραγματικά να μάθουμε να κατοικούμε ξανά τον κόσμο.

Αυτό το απίστευτα διακριτικό δώρο που προσφέρει στον θεατή προέρχεται από την εστίαση σε λίγα μόνο βασικά στοιχεία: το φως και τις παραλλαγές του, τους πιο καθημερινούς χώρους ή τα πιο συνηθισμένα πράγματα ακριβώς μπροστά μας. Και βέβαια τη σκιά. Στην πραγματικότητα, η σκιά είναι το σημείο όπου το φως, ο χώρος και η ροή του χρόνου συγκλίνουν.



Ronta, 11.08.1999 
© Guido Guidi

Treviso, 1979
© Guido Guidi

Fosso Ghiaia, 1971
© Guido Guidi

Preganziol, 1983 
© Guido Guidi

Ronta, 2023
© Guido Guidi

Οι φωτογραφίες του αποτελούνται από σκιές και αντανακλάσεις, από μερικώς κρυμμένες ανθρώπινες παρουσίες, από λωρίδες φωτός και εύθραυστα ίχνη. Καταλαμβάνουν έναν είδος «διακριτικού» χώρου στην αντίληψή μας—θα μπορούσαν σχεδόν να περάσουν απαρατήρητες. Δεν ζητούν επιτακτικά την προσοχή· αντίθετα, φαίνεται να είναι εστιασμένες στο να την προσφέρουν στα πιο ταπεινά αντικείμενα, στους πιο απλούς χώρους. Αυτό δημιουργεί κάτι αρκετά ιδιαίτερο: ο θεατής έχει την ευκαιρία να εξαγνίσει το βλέμμα του, να βγει έξω από ένα καθεστώς συνεχούς γοητείας που συχνά διέπει την παρατήρησή μας. Αυτό το βλέμμα έχει έναν σκοπό: να προσφέρει αυτό που πιστεύουμε ότι αξίζει να δει κανείς, ελπίζοντας ότι μπορεί επίσης να τραβήξει την προσοχή των άλλων —και ίσως ακόμη και της ίδιας της ιστορίας.
Η προσοχή, ειδικά σήμερα, κατέχει έναν ισχυρό πολιτικό ρόλο: αντιστέκεται στον κυνισμό, την διάβρωση των πολιτιστικών αξιών και την εκμεταλλευτική στάση που συχνά υιοθετούμε απέναντι στα πράγματα, το περιβάλλον και ο ένας στον άλλον. Μια κοινωνία αρχίζει να χάνει τον εαυτό της όταν σταματά να δίνει προσοχή στα πράγματα, τις χειρονομίες και τις στάσεις. Πρέπει να θυμόμαστε τι έγραψε η Σιμόν Βέιλ: ότι η προσοχή είναι «η πιο σπάνια και αγνή μορφή γενναιοδωρίας».

Στο έργο του Γκουίντι συναντάμε τη συνύπαρξη του λυρισμού και της αυστηρότητας, της αφαίρεσης και της συγκεκριμενοποίησης, με αξιοσημείωτη συνέπεια. Είναι μια ποιότητα που μοιάζει ταυτόχρονα σκόπιμη και αυθόρμητη. Πολλές από τις φωτογραφίες του παρουσιάζουν μια ιδιαίτερη γεωμετρία στο κάδρο, αλλά αν τις κοιτάξετε προσεκτικά, θα διαπιστώσετε ότι δεν πρόκειται για μια γεωμετρία που επιβάλλεται στην πραγματικότητα. Αντίθετα, είναι μια γεωμετρία που αποκαλύπτεται από την ίδια την πραγματικότητα.
Κάτι παρόμοιο συμβαίνει με την ένταση μεταξύ αφαίρεσης και ρεαλιστικότητας: ορισμένες εικόνες διαθέτουν την καθαρότητα και την αγνότητα της αφηρημένης σύνθεσης, ωστόσο η «ύλη» τους είναι βαθιά ριζωμένη στην πραγματικότητα, όπως ο τοίχος μιας αποθήκης εργαλείων, μια λωρίδα ασφάλτου, το μεταλλικό πλαίσιο μιας άδειας διαφημιστικής πινακίδας.
Έχει κανείς σχεδόν την αίσθηση ότι αυτή η εικόνα περιμένει να υποδεχθεί άλλες, σαν να ήταν μια οθόνη για τη φαντασία μας, έτοιμη να αντικατοπτρίσει οτιδήποτε προβάλλουμε πάνω της. Ωστόσο, ως φωτογραφία, είναι επίσης μια απτή υπενθύμιση για κάτι που κάποτε υπήρξε και δεν υπάρχει πια. Έτσι, βρισκόμαστε μέσα σε αυτή την παραγωγική αντίφαση, αυτή την αντιληπτική ένταση: η φωτογραφία μας προσελκύει προς μια πραγματικότητα που διαφεύγει, ενώ ταυτόχρονα ανοίγει έναν χώρο για τον εσωτερικό μας κόσμο.



© Guido Guidi

Col tempo, 1956–2024
© Guido Guidi

Col tempo, 1956–2024
© Guido Guidi

In Veneto 1984-89
© Guido Guidi

In Veneto 1984-89
© Guido Guidi

Sardegna, 1974
© Guido Guidi

In Veneto 1984-89
© Guido Guidi

Lizzano, 1972
© Guido Guidi

Ronta, 2023
© Guido Guidi

Ο Γκουίντι έχει χαράξει έναν δρόμο με ένα ύφος που, θεωρητικά, μπορεί να φαίνεται πολύ δυσπρόσιτο, πολύ «παράπλευρο», πολύ επικεντρωμένο στο ταπεινό και το μπανάλ.
 Και όμως, κατά την ανάγνωση των φωτογραφιών διαπιστώνεται ότι το έργο του εντάσσεται σε μια βαθιά ιταλική παράδοση, η οποία αναζητά τη σιωπή στην καθημερινότητα. Μια παράδοση που εκτείνεται από τον Αντονιόνι και τον Μοάντι μέχρι τον Πιέρο ντέλλα Φραντσέσκα.



LE BAL, 6 Impasse de la Défense, Paris, France, 
διάρκεια: 20/2 έως 24/5/2026 

 

 

επιμέλεια-κείμενο: Κάππα Λάμδα
© periopton



Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση
του παρόντος άρθρου (ολόκληρου ή αποσπασμάτων)