where art is always in focus

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
23.12.25

Νόρμαν Ρόκγουελ, «το παιδί με το φωτογραφικό βλέμμα»

3.30' διάβασμα

 

 

 

 

 

 

ο φωτογράφος Μπιλ Σκόβιλ και ο Νόρμαν Ρόκγουελ

Είναι γεγονός πως φωτογραφία υπήρξε ένα ευεργετικό εργαλείο για εικαστικούς καλλιτέχνες, από τον Τόμας Ίκινς και τον Έντγκαρ Ντεγκά μέχρι τον Ντέιβιντ Χόκνεϊ. Επίσης για τους εικονογράφους των περιοδικών και της διαφήμισης του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Το ίδιο σημαντική υπήρξε και για τον σπουδαίο καλλιτέχνη και εικονογράφο Νόρμαν Ρόκγουελ (1894-1978), ο οποίος φρόντιζε να δημιουργεί σκηνές, αποτυπωμένες από κάμερα, που απεικόνιζαν τις ιδέες του πλήρως υλοποιημένες.

Στην αρχή της καριέρας του, ο Ρόκγουελ προσλάμβανε μοντέλα για να ποζάρουν για τους χαρακτήρες στους πίνακές του. Ωστόσο, αρχίζοντας στα μέσα της δεκαετίας του 1930, ο εξελισσόμενος νατουραλισμός του έργου του τον οδήγησε να αγκαλιάσει τη φωτογραφία, η οποία γινόταν όλο και περισσότερο δημοφιλής ως χρήσιμο εργαλείο και ως φυσικός σύμμαχος για τους εικαστικούς καλλιτέχνες, ιδιαίτερα στη διαφήμιση, που εργάζονταν υπό αυστηρές προθεσμίες. Για τον Ρόκγουελ, ήδη γνωστού ως «το παιδί με το φωτογραφικό βλέμμα», η φωτογραφία ήταν κάτι περισσότερο από ένα εργαλείο. Η κάμερα έφερε έναν νέο ρεαλισμό και αυθεντικότητα στο έργο του και άνοιξε ένα παράθυρο στην οξυδερκή παρατηρητικότητα και γλαφυρότητα που καθορίζει την τέχνη του. Η συνεργασία με φίλους και γείτονες αντί για επαγγελματίες μοντέλα πυροδότησε τη φαντασία του Ρόκγουελ, παρέχοντάς του μια ευρεία γκάμα καθημερινών προσώπων, ενώ η ικανότητα της κάμερας να αποτυπώσει μια φευγαλέα έκφραση ή να παγώσει μια δύσκολη πόζα του έδωσε ελευθερία κινήσεων στην επινόηση και κατασκευή των οπτικών του αφηγήσεων και στην αποτύπωση, μερικές φορές τυχαία, των αποχρώσεων του χαρακτήρα για τις οποίες είναι αγαπητός.

 







«Για περισσότερα από 40 χρόνια, οι φωτογραφίες ήταν τα δομικά στοιχεία της τέχνης του Νόρμαν Ρόκγουελ», εξηγεί η Στέφανι Πλάνκετ, αναπληρώτρια διευθύντρια και επικεφαλής επιμελήτρια του Μουσείου Νόρμαν Ρόκγουελ. Μετά τα προκαταρκτικά του σκίτσα, απετέλεσαν τις πρώτες, εν τοις πράγμασι, απεικονίσεις των ιδεών του. Σε αυτό το κρίσιμο στάδιο μεταξύ της έμπνευσης και του καμβά, ο Ρόκγουελ χορογράφησε τα στοιχεία του χαρακτήρα, της έκφρασης, του σκηνικού και της λεπτομέρειας, δημιουργώντας φωτογραφικές εικόνες που έγιναν τα πρότυπα για τους πίνακές του. Η φωτογραφία έφερε όλα τα σημαντικά στοιχεία της τέχνης του Ρόκγουελ πλήρως υπό τον άμεσο έλεγχό του. Για έναν καλλιτέχνη με «μάτι κάμερα», αφηγηματική ιδιοφυΐα και αφοσιωμένο στην σχολαστική τελειομανία, δεν μπορεί να φανταστεί κανείς καλύτερο εργαλείο.

Η διαδικασία περιλάμβανε την αναζήτηση μοντέλων και τοποθεσιών, την επιλογή κοστουμιών και σκηνικών αντικειμένων, και την προσεκτική ενορχήστρωση κάθε στοιχείου του σεναρίου του για να φωτογραφηθεί πριν βάλει πινέλο στον καμβά. Ο Ρόκγουελ σκηνοθετούσε τις φωτογραφίες του όπως ένας σκηνοθέτης κινηματογράφου συνεργάζεται με έναν διευθυντή φωτογραφίας, δίνοντας οδηγίες στους φωτογράφους του πότε να τραβήξουν, αλλά ποτέ δεν πάτησε ο ίδιος το κουμπί της μηχανής. Δημιούργησε δεκάδες ή εκατοντάδες φωτογραφίες για κάθε νέο θέμα, μερικές φορές αποτυπώνοντας ολοκληρωμένες συνθέσεις και άλλες φορές συνδυάζοντας ξεχωριστές εικόνες μεμονωμένων στοιχείων.
Παρήχθη έτσι έναν πλήθος φωτογραφιών για κάθε νέα σύνθεση, τις οποίες στη συνέχεια μετέφερε, ολόκληρες ή εν μέρει, στο τελικό του έργο. Το χάρισμα της αφήγηση και της σκιαγράφησης χαρακτήρων που καθορίζουν τις εικονογραφήσεις του διακρίνουν εξίσου και τις φωτογραφίες του. Ο Ρόκγουελ συνεργάστηκε με πολλούς φωτογράφους στη διάρκεια της καριέρας του, αλλά τρεις είναι υπεύθυνοι για την πλειονότητα των φωτογραφιών του – ο Τζιν Πέλαμ, ο Μπιλ Σκόβιλ και ο Λουίς Λαμόν. Οι Πέλαμ και Λαμόν έγιναν και μοντέλα για τις εικονογραφήσεις του Ρόκγουελ.

 

 

Λουίς Λαμόν,
ο φωτογράφος Μπιλ Σκόβιλ και ο Νόρμαν Ρόκγουελ,
π. 1962

Τζιν Πέλαμ, 
Φωτογραφία αναφοράς για το Soda Jerk, 1953

Τζιν Πέλαμ, 
Φωτογραφία αναφοράς για το Soda Jerk, 1953


Νόρμαν Ρόκγουελ, 
'The Soda Jerk', 
22 Αυγούστου 1953

Νόρμαν Ρόκγουελ, 
The Runaway, 1958 
εξώφυλλο περιοδικού

διάφορες λήψεις προετοιμασίας 
για το 'The Runaway', 1958 
αγνώστου φωτογράφου

Ένα χαρακτηριστικό δείγμα της όλης διαδικασίας είναι το έργο "Κριτικός Τέχνης", μια εικονογράφηση εξωφύλλου για το περιοδικό The Saturday Evening Post, του 1955, το οποίο αποκαλύπτει τα στάδια δημιουργίας ενός έργου με τη μεγαλύτερη λεπτομέρεια, μέσω μικρών σκίτσων, σχέδιο με κάρβουνο σε μεγάλη κλίμακα, του πρωτότυπου πίνακα και φωτογραφιών. «Τα σχέδια του Ρόκγουελ αποκαλύπτουν προσεκτική εξέταση μικρών λεπτομερειών που προστέθηκαν αργότερα και αναδείχθηκαν με χρώμα, σκίαση και την υφή του χρώματος», λέει η Πλάνκετ. «Στο "Κριτικός Τέχνης", ο Ρόκγουελ απείχε πολύ από το να ξεκινήσει τον τελικό του πίνακα όταν ολοκλήρωσε αυτό το σχέδιο - αφιέρωσε περισσότερο χρόνο σε αυτό το έργο παρά σε οποιοδήποτε άλλο εξώφυλλο. Το πρόσωπο της γυναίκας στο πορτρέτο άλλαξε τουλάχιστον 17 φορές. Για κάθε αλλαγή, ο Ρόκγουελ ζωγράφιζε ένα ξεχωριστό σκίτσο με λάδι σε διαφάνεια, το οποίο μπορούσε στη συνέχεια να τοποθετήσει για εξέταση μέσα στο πλαίσιο του πορτρέτου. Κάποια στιγμή, αυτό το πορτρέτο σε στυλ Φρανς Χαλς μετατράπηκε σε ένα Πίτερ Πάουλ Ρούμπενς, και ο Ρόκγουελ αντικατέστησε το τοπίο του 17ου αιώνα με μια ομάδα εκφραστικών Ολλανδών ευγενών που προσκαλούν τη συμμετοχή στην επινοημένη πραγματικότητα του Ρόκγουελ».

 


Τζιν Πέλμαν,
«κριτικός τέχνης»
φωτογραφία αναφοράς, 1955

Νόρμαν Ρόκγουελ,
«κριτικός τέχνης»
εξώφυλλο περιοδικού, 1955

Το «Κριτικός Τέχνης» είναι ένα από τα πιο δημοφιλή και εκτενώς αναλυμένα έργα του καλλιτέχνη. Ο φωτογράφος του Ρόκγουελ, Μπιλ Σκόβιλ, πίστευε ότι αυτό το έργο: «προκάλεσε τα περισσότερα προβλήματα και...αγωνία από οποιοδήποτε άλλο. Πέρασε πολύ άσχημα μέχρι να το τελειώσει». Τουλάχιστον 13 διαφορετικές μελέτες προηγήθηκαν της ολοκλήρωσης του πίνακα. Η Πλάνκετ σημειώνει ότι η ελαφρώς προκλητική φύση της ίδιας της σύνθεσης μπορεί να εξηγεί τις δυσκολίες που αντιμετώπισε ο καλλιτέχνης, ή μπορεί να ήταν η ευαισθησία του γεγονότος ότι τα τελικά μοντέλα του Ρόκγουελ ήταν η σύζυγός του, Μαίρη Μπάρστοου Ρόκγουελ (που φωτογραφήθηκε σε τουλάχιστον δύο συνεδρίες) και ο μεγαλύτερος γιος τους, Τζάρβις. 

 

 

επιμέλεια-κείμενο-προσαρμογή: Κάππα Λάμδα
© periopton




 

Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση
του παρόντος άρθρου (ολόκληρου ή αποσπασμάτων)

 

10.12.25

Άντρια Μόντικα, το βλέμμα που παραπλανά τον χρόνο

2' διάβασμα



 

 

 

 



©Andrea Modica

Στις φωτογραφίες της, η Αμερικανίδα φωτογράφος Άντρια Μόντικα αποτυπώνει συχνά καταστάσεις που φαίνονται αντιφατικές. Η σειρά της για την φημισμένη παρέλαση Mummers στη Φιλαδέλφεια, την 1η Ιανουαρίου, αντιπαραβάλλει τη σοβαρότητα των ανδρών που συμμετέχουν με την παιχνιδιάρικη, θηλυκή φύση των κοστουμιών και των περουκών τους. Ένα πορτρέτο μιας χειρουργού σε μια κλινική για άλογα στην Ιταλία ταυτόχρονα ελκύει και απωθεί τον θεατή, αντιπαραβάλλοντας την αιματοβαμμένη στολή της με την έμφυτη χάρη, φαίνεται τόσο αγαλματένια όσο και αιωρούμενη, σχεδόν αγγελική. Η ίδια η Μόντικα αναλογίστηκε αυτή την πολυπλοκότητα σε μια συνέντευξη, λέγοντας: «Συχνά συγκινούμαι, τρομάζω, ενθουσιάζομαι και πολλά άλλα, από αυτό που αποκαλύπτει η διαδικασία λήψης φωτογραφιών και οι ίδιες οι φωτογραφίες».



©Andrea Modica

©Andrea Modica

©Andrea Modica

©Andrea Modica

©Andrea Modica

Επίσης, πάλι σε συνέντευξή της έχει διηγηθεί πώς δημιουργήθηκε η ενότητα 'Λεντίνι': 
«Την πρώτη φορά που βρέθηκα με λίγα παραπάνω χρήματα στην τσέπη μου, λίγο μετά το μεταπτυχιακό μου, αγόρασα ένα αεροπορικό εισιτήριο για την Ιταλία. Έφτασα στη Ρώμη και με τη φωτογραφική μηχανή μεγάλου φορμάτ στην πλάτη και χωρίς συγκεκριμένο πρόγραμμα, επιβιβάστηκα σε ένα τρένο με κατεύθυνση προς το νότο. Σε εκείνο το ταξίδι, συνάντησα ένα ζευγάρι που ταξίδευε πίσω στη Σικελία μαζί με την κόρη τους. Υποψιάζομαι τώρα ότι ανησυχούσαν για μένα – μια νεαρή, άπειρη ταξιδιώτισσα με λίγες γνώσεις της ιταλικής γλώσσας, που θα περιπλανιόταν στη Σικελία. Καθώς έμαθαν για τα σχέδιά μου, ή μάλλον την έλλειψή τους, με προσκάλεσαν να μείνω μαζί τους και την πολυμελή οικογένειά τους στο Λεντίνι. Ήταν μια αξιοσημείωτη και επιδραστική εμπειρία, και ήταν η αρχή μιας τριαντάχρονης σχέσης με μια ξεχασμένη μικρή πόλη και τους υπέροχους κατοίκους της.»



©Andrea Modica

©Andrea Modica

©Andrea Modica

©Andrea Modica

Γεννημένη στο Μπρούκλιν το 1960, η Μόντικα κατά τη διάρκεια των σπουδών της στο Πανεπιστήμιο Γέιλ, άρχισε να χρησιμοποιεί μια φωτογραφική μηχανή 20x25εκ. και εκτυπώσεις πλατινοτυπίας/παλλαδίου, μια μέθοδο στην οποία έχει αφοσιωθεί από τότε. Η χρόνος προετοιμασίας και η διάδραση με το φωτογραφιζόμενο θέμα που απαιτεί μια φωτογραφική μηχανή μεγάλου φορμά, εξηγούν εν μέρει την καλλιτεχνική υπογραφή της Μόντικα: τα μοντέλα της φαίνονται ευάλωτα, ειλικρινή, πλήρως αντιληπτά. Ταυτόχρονα, η ίδια προστατεύει το μυστήριο που τα περιβάλλει. 
Στην εισαγωγή του στη μονογραφία της Μόντικα «As We Wait», ο Λάρι Φινκ έγραψε ότι το έργο της επιτρέπει στον θεατή «να παρασυρθεί από νοήματα που δεν μπορούν να κατανοηθούν». Επίσης η ακαδημαϊκός και επιμελήτρια Μαρία Μόρις Χάμπουργκ δηλώνει: «Η τέχνη της Μόντικα αφορά σημαντικά και σοβαρά γεγονότα – εκείνα τα εσωτερικά, καθοριστικά στιγμιότυπα που συνήθως δεν έχουμε τη δύναμη να συγκρατήσουμε ή να εκφράσουμε».
Απόλυτα ταιριαστό με αυτό που είπε κάποτε ένας καταξιωμένος επιμελητής φωτογραφίας πως, παρά το προφανές θέμα των φημισμένων φωτογραφιών του, ο Άνσελ Άνταμς δεν φωτογράφιζε βουνά. Αντίθετα, φωτογράφιζε τον καιρό, το φάσμα του φωτός και της ατμόσφαιρας που προσδίδουν τη δραματικότητα στα τοπία του.


©Andrea Modica

©Andrea Modica

©Andrea Modica

©Andrea Modica

©Andrea Modica

©Andrea Modica

Η Μόντικα είναι καθηγήτρια φωτογραφίας στο Πανεπιστήμιο Ντρέξελ. Οι φωτογραφίες της έχουν δημοσιευθεί σε μεγάλα περιοδικά και περιλαμβάνονται στις μόνιμες συλλογές του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης, του Μητροπολιτικού Μουσείου, του Μουσείου Γουίτνεϊ και πολλών άλλων. Οι εικόνες που περλαμβάνονται σε αυτή την παρουσίαση προέρχονται από πέντε μονογραφίες της Μόντικα: As We Wait και January 1 (και οι δύο εκδόθηκαν από τον L’Artiere), Theatrum Equorum (TIS), Lentini (KGP+), Minor League και Treadwell.  

 

επιμέλεια-μετάφραση-κείμενο: Κάππα Λάμδα


© periopton



Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση
του παρόντος άρθρου (ολόκληρου ή αποσπασμάτων) 

1.12.25

Λουίτζι Γκίρι, ο κόσμος σε μια Polaroid

2.30' διάβασμα







Λουίτζι Γκίρι,
Αμστερνταμ, 1981.
© Κληρονόμοι του Λουίτζι Γκίρι


Ο Λουίτζι Γκίρι (1943-1992), ο οποίος μέχρι το 1980 είχε ήδη φέρει επανάσταση στη φωτογραφία στην Ιταλία και όχι μόνο, ταξίδεψε στο Άμστερνταμ κατόπιν πρόσκλησης της Instant Land Camera για να δοκιμάσει τις δεξιότητές του με την γιγαντιαία Polaroid 50x60 εκ., την πιο εντυπωσιακή στιγμιαία φωτογραφική μηχανή της αμερικανικής εταιρείας,  η οποία μπορούσε να αποτυπώσει στιγμιότυπα εξαιρετικά μεγάλου μεγέθους σε λίγο περισσότερο από ένα λεπτό, ζύγιζε περίπου διακόσια πενήντα κιλά και απασχολούσε έναν εικονολήπτη για κάθε καλλιτέχνη, τόσο περίπλοκη ήταν η τεχνολογία του γίγαντα.

 Η συνεργασία, η οποία ξεκίνησε με φωτογραφικές μηχανές μικρού μεγέθους ήδη από το 1979, συνεχίστηκε μέχρι το 1983, όπου μέσα από υπερμεγέθεις φωτογραφίες, έδωσε μια νέα διάσταση στον οικείο, μινιμαλιστικό, ποιητικό και φανταστικό του κόσμο. Η φωτογραφία του Γκίρι ανοίγεται, σε αυτή την περίπτωση, στην απρόβλεπτη φύση της στιγμιαίας γλώσσας, δίνοντας μορφή σε εικόνες που συνδυάζουν την αντικειμενικότητα και τη μνήμη με έναν πρωτοφανή τρόπο.
Σήμερα οι εξαιρετικές εικόνες αυτής της σύντομης δημιουργικής περιόδου, αλλά εκπληκτικού αποτελέσματος, αποτελούν το θέμα της έκθεσης 'Polaroids '79-'83'.



Λουίτζι Γκίρι,
Αμστερνταμ, 1981
© Κληρονόμοι του Λουίτζι Γκίρι

Λουίτζι Γκίρι,
Ανακάπρι, βίλα Σ. Μικέλε, 1981
© Κληρονόμοι του Λουίτζι Γκίρι

Λουίτζι Γκίρι,
Αμστερνταμ, 1980
© Κληρονόμοι του Λουίτζι Γκίρι

Λουίτζι Γκίρι,
Μόντενα, 1980
© Κληρονόμοι του Λουίτζι Γκίρι

Όπως αναφέρει ο ίδιος σε συνέντευξή του: «Μπήκα στον κόσμο της Polaroid πριν από δέκα χρόνια, κατά τη διάρκεια της έρευνάς μου για τον Σάι Τουόμπλι*. Στα τελευταία χρόνια της καριέρας του, ο Τουόμπλι είχε ενδιαφερθεί για την Polaroid και, χρησιμοποιώντας την κλασική SX-70, είχε φωτογραφίσει τους εσωτερικούς χώρους και το περιβάλλον του σπιτιού του στην Γκαέτα. Στη συνέχεια, στα γραφεία του εκδότη του, Λόταρ Σίρμερ, στο Μόναχο, φωτοτύπησε, αναπαρήγαγε και μεγέθυνε αυτές τις εικόνες, ξεκινώντας έναν αισθητικό στοχασμό πάνω στην ζωγραφική χειρονομία, τα υλικά της και, ως εκ τούτου, πάνω στην Polaroid ως ενδιάμεσο σημείο μιας ευρύτερης καλλιτεχνικής πρακτικής. Αυτό που με εντυπωσίασε ήταν ακριβώς η αντικειμενικότητα της Polaroid, δηλαδή η δυνατότητα να χρησιμοποιήσω τη φωτογραφία όχι για την εικόνα που παράγει, αλλά για το αντικείμενο που αντιπροσωπεύει». 

 * Αμερικανός καλλιτέχνης που το έργο του είναι δύσκολο να το εντάξουμε σε κάποιον -ισμό. Αναπτύχθηκε παράλληλα με τον αμερικανικό εξπρεσιονισμό, τον μινιμαλισμό και ύστερα την ποπ αρτ. 

 

 

Λουίτζι Γκίρι
© Κληρονόμοι του Λουίτζι Γκίρι

Λουίτζι Γκίρι,
Αμστερνταμ, 1980
© Κληρονόμοι του Λουίτζι Γκίρι

Λουίτζι Γκίρι,
Αμστερνταμ, 1981
© Κληρονόμοι του Λουίτζι Γκίρι

Λουίτζι Γκίρι,
Μόντενα, 1980
© Κληρονόμοι του Λουίτζι Γκίρι

Η έρευνα του Λουίτζι Γκίρι τοποθετείται μεταξύ μιας εννοιολογικής χρήσης του μέσου και της κατασκευής εικόνων που προκαλεί άμεση ενσυναίσθηση. Αντικείμενα που φέρουν μνήμες, η πολύπλοκη στρωμάτωση του ιταλικού τοπίου και οι άνθρωποι της περιοχής κατοικούν τις φωτογραφίες του, δίνοντας μια αίσθηση οικειότητας και παρέχοντας ταυτόχρονα στοιχεία με τα οποία ο αναγνώστης μπορεί να ταυτιστεί με τον κόσμο που απεικονίζει. Αυτή η αναγνωρισιμότητα των θεμάτων του συνυπάρχει με μια αναλυτική στάση που υιοθετεί ο καλλιτέχνης. Τα ερωτήματα και τα θέματα που θέτουν τα έργα του συνδέονται με τη φωτογραφική τεχνική: η δημιουργία εικόνων στις οποίες συνυπάρχουν διαφορετικές χρονικότητες, η φωτογραφική σύνθεση που ταυτόχρονα αποκλείει και περιλαμβάνει, η διπλή πραγματικότητα που είναι εγγενής στη φωτογραφία, η αποκάλυψη αυτού που παραμένει άγνωστο ή αόρατο παρά το γεγονός ότι βρίσκεται μπροστά στα μάτια όλων καθημερινά.



Λουίτζι Γκίρι,
Μόντενα, 1980
© Κληρονόμοι του Λουίτζι Γκίρι

Λουίτζι Γκίρι,
Ρώμη, 1979
© Κληρονόμοι του Λουίτζι Γκίρι

Λουίτζι Γκίρι,
Μόντενα, 1980
© Κληρονόμοι του Λουίτζι Γκίρι

Λουίτζι Γκίρι,
Μόντενα, 1980
© Κληρονόμοι του Λουίτζι Γκίρι

Οι polaroid, μικρές και μεγάλες, αποκαλύπτουν έναν άγνωστο Γκίρι. Από τη μία πλευρά, ο φωτογράφος που στα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα, μετά από μια δεκαετία αυστηρού εννοιολογικού και τεχνικού ελέγχου των φωτογραφιών του, αγκαλιάζει την τυχαιότητα που προσφέρει η στιγμιαία φωτογραφία και τη δυνατότητα να δει αμέσως το αποτέλεσμα της εικόνας. Από την άλλη, ο φωτογράφος που, μακριά από την ιδιαίτερη πατρίδα του, ανακατασκευάζει αλλού τον κόσμο του από αντικείμενα και στρώσεις μνήμης, τοποθετώντας ορισμένα αντικείμενα, που επιλέχθηκαν στην Ιταλία και μεταφέρθηκαν στην Ολλανδία σε μια βαλίτσα, μπροστά από τη φωτογραφική μηχανή.

Η έκθεση στοχεύει να παρακινήσει ένα νεότερο κοινό να αναλογιστεί τις ομοιότητες μεταξύ της στιγμιαίας αναλογικής φωτογραφίας και της άμεσης απόλαυσης των εικόνων, που τυποποιούνται από τη χρήση smartphones και ψηφιακής φωτογραφίας.  Η ενότητα Polaroid 79-83 επιβεβαιώνει έτσι την ικανότητα του Κέντρου Pecci να προτείνει απροσδόκητες αναγνώσεις ακόμη και γνωστών μορφών, αναδεικνύοντας πτυχές ιδιαίτερης σημασίας. Αυτή η εκθεσιακή πρόταση μπορεί να παρακινήσει το κοινό να συνεχίσει την εξερεύνηση του έργου του φωτογράφου και να γνωρίσει μια λιγότερο γνωστή πτυχή του έργου του δασκάλου μέσα από το συγκεκριμένο σύνολο έργων.


22 Νοεμβρίου 2025 – 10 Μαΐου 2026
Λουίτζι Γκίρι. Polaroids '79-'83
Πράτο
Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Luigi Pecci


 

 

δείτε επίσης:


οι Polaroid του Νομπουγιόσι Αράκι

 

 

επιμέλεια-κείμενο: Κάππα Λάμδα 

© periopton





Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση
του παρόντος άρθρου (ολόκληρου ή αποσπασμάτων)

 

27.11.25

ο Κάππα Λάμδα ανάμεσα στους ... Λουίς Μπράγκα και Θωμά Τενεκετζή

3.30' διάβασμα





Η σειρά του periopton που εξετάζει ιδιαίτερους φωτογράφους – δύο ή περισσότερους κάθε φορά- οι οποίοι μέσα στη μοναδικότητά τους παρουσιάζουν χαρακτηριστικές συγγένειες, αλλά ανιχνεύονται ταυτόχρονα και ειδοποιές διαφορές.


Δύο φωτογραφικές πορείες, μία άποψη

 

Δύο φωτογράφοι που μοιράζονται τη γοητεία της περιπλάνησης και της παρατήρησης. Είτε περιορίζεται κανείς σε μια πόλη είτε διασχίζει ηπείρους, η φωτογραφία γίνεται διαλογισμός πάνω στην κίνηση, τη συνάντηση και την παροδικότητα. Οι χώροι –αστικοί ή εκτός ιστού– μετατρέπονται σε πεδία στοχασμού: το φως, η αρχιτεκτονική, οι ανθρώπινες φιγούρες, όλα συνδέονται σε ένα ποιητικό σύνολο.

 

Η σειρά του periopton που εξετάζει ιδιαίτερους φωτογράφους – δύο ή περισσότερους κάθε φορά- οι οποίοι μέσα στη μοναδικότητά τους παρουσιάζουν χαρακτηριστικές συγγένειες, αλλά ανιχνεύονται ταυτόχρονα και ειδοποιές διαφορές.

πηγή: © periopton.art - All rights reserved
Η σειρά του periopton που εξετάζει ιδιαίτερους φωτογράφους – δύο ή περισσότερους κάθε φορά- οι οποίοι μέσα στη μοναδικότητά τους παρουσιάζουν χαρακτηριστικές συγγένειες, αλλά ανιχνεύονται ταυτόχρονα και ειδοποιές διαφορές.

πηγή: © periopton.art - All rights reserved


αριστερά: © Tomas Teneketzis, δεξιά: © Luiz Braga

Η φωτογραφία, στην πιο ολοκληρωμένη της μορφή, αποτελεί συνάντηση τεχνικής, ιδέας και τόπου. Στους Θωμά Τενεκετζή και Λουίς Μπράγκα συναντούμε δύο δημιουργούς που, αν και παρουσιάζουν εντυπωσιακές ομοιότητες ως προς την τεχνική, τη σύλληψη και το ύφος, διαφέρουν ριζικά ως προς την έκταση του φωτογραφικού τους πεδίου: ο ένας κινείται αποκλειστικά μέσα στα όρια της πόλης του (γεννήθηκε, ζει και εργάζεται στην πόλη Μπελέμ της Βραζιλίας), ενώ ο άλλος περιπλανιέται σε ολόκληρο τον κόσμο. (Αρχιτέκτονας ο ένας, φυσικός ο άλλος, για αυτούς που αρέσκονται σε άσχετες ως προς το έργο πληροφορίες). Αυτή η αντίθεση μας επιτρέπει να δούμε πώς η κοινή φωτογραφική “γλώσσα” παίρνει διαφορετική μορφή ανάλογα με την κλίμακα και τη γεωγραφία του βλέμματος.

Η φωτογραφία ήταν πάντα ένας διάλογος μεταξύ του να βλέπεις και του να σε βλέπουν — μεταξύ αυτού που αποκαλύπτει ο κόσμος και αυτού που ο καλλιτέχνης επιλέγει να απαθανατίσει. Στην περίπτωση των δύο αυτών σύγχρονων φωτογράφων, η κοινή τους οπτική γλώσσα καταδεικνύει πώς παρόμοιες τεχνικές και εννοιολογικές προσεγγίσεις μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικές νοηματικές αποχρώσεις του τόπου και της εμπειρίας.
Σε εννοιολογικό επίπεδο, οι δύο φωτογράφοι μοιράζονται τη γοητεία της περιπλάνησης και της παρατήρησης. Είτε περιορίζεται κανείς σε μια πόλη είτε διασχίζει ηπείρους, η φωτογραφία γίνεται διαλογισμός πάνω στην κίνηση, τη συνάντηση και την παροδικότητα. Στις φευγαλέες στιγμές που αναδύονται στους δημόσιους χώρους. Οι χώροι –αστικοί ή φυσικοί– μετατρέπονται σε πεδία στοχασμού: το φως, η αρχιτεκτονική, οι ανθρώπινες φιγούρες, όλα συνδέονται σε ένα ποιητικό σύνολο. Οι -κυρίως ανθρωποκεντρικές- εικόνες τους μοιάζουν συχνά με κινηματογραφικά καρέ όπου ο χρόνος έχει παγώσει σε μια στιγμή παρατήρησης. Η ανθρώπινη σύνδεση είναι η βάση του προφίλ της κάθε περιοχής. Η κοινωνικοπολιτική σκηνή χρησιμεύει ως φόντο, ενώ τα απτά ίχνη της βρίσκονται στο προσκήνιο.

Ωστόσο, οι διαφορές τους στο πεδίο εφαρμογής – ο ένας ένας σχολαστικός παρατηρητής της γενέτειράς του, ο άλλος ένας περιπλανώμενος εξερευνητής παγκόσμιων τοπίων – αποκαλύπτουν πώς ο τόπος διαμορφώνει τη σχέση του φωτογράφου με τον χρόνο, τον πολιτισμό και το νόημα.

Ο Λουίς Μπράγκα κινείται στην πόλη και αντιμετωπίζει το περιβάλλον του ως ένα ζωντανό εργαστήριο. Κάθε γωνιά δρόμου, τοίχος και παράθυρο γίνεται ένα πείραμα επανάληψης και παραλλαγής. Επιστρέφοντας στις ίδιες γειτονιές σε διαφορετικές ώρες της ημέρας και σε διαφορετικές εποχές, χτίζει ένα οπτικό αρχείο λεπτών μεταμορφώσεων: πώς διαχέεται, ανάλογα την εποχή, το πρωινό φως, πώς η βροχή αλλάζει τις αντανακλάσεις, πώς οι ανθρώπινοι ρυθμοί μεταβάλλονται ανάλογα με τις κλιματολογικές συνθήκες. Η τέχνη του αναδύεται από την οικειότητα. Η πόλη είναι ταυτόχρονα μούσα και καθρέφτης — ένας χώρος που γνωρίζει τόσο καλά ώστε συνεχώς τον εκπλήσσει. Μέσα από τον φακό του, το οικείο γίνεται πρωτόγνωρο, και το καθημερινό αποκτά το βάρος του τελετουργικού· είναι μια υπενθύμιση ότι τα σπουδαία φωτογραφικά έργα μπορούν να εντοπισθούν κοντά στο σπίτι μας, καθώς και της σημασία που έχει η ανάπτυξη ενός συνεπούς και συνεκτικού στυλ.


© Luiz Braga

© Luiz Braga

© Luiz Braga

© Luiz Braga

© Luiz Braga

© Luiz Braga

© Luiz Braga

© Luiz Braga

© Luiz Braga

© Luiz Braga


Αντίθετα, ο παγκόσμιος ταξιδευτής Θωμάς Τενεκετζής θάλλει εκτός συνόρων. Η κάμερά του είναι διαβατήριο στη διαφορετικότητα, ένα εργαλείο για τη διάσχιση γλωσσικών και πολιτισμικών συνόρων. Αντί να χαρτογραφεί την οικειότητα, αναζητά τη στιγμή της αποξένωσης – όταν το φως πέφτει παράξενα σε έναν ξένο δρόμο, ή όταν ένα φευγαλέο πρόσωπο σε ένα πλήθος αποκαλύπτει κάτι οικουμενικό. Οι συνθέσεις του είναι συχνά συγκλονιστικές, διαμορφωμένες από τις αντιθέσεις της γεωγραφίας και του πολιτισμού: ο "δαμαστής" του λάστιχου ποτίσματος στην Κίνα, το νυφικό που ανεμίζει στη στέπα της Μογγολίας, παιδιά που παίζουν ποδόσφαιρο σε ένα Μαροκινό σοκάκι. Η επανάληψη των ανθρώπινων χειρονομιών σε όλες τις ηπείρους υποδηλώνει συνέχεια μέσα στην ποικιλομορφία. Για αυτόν, η φωτογραφία είναι μια αναζήτηση της κοινής αισθητικής γραμματικής της ανθρωπότητας, είναι η «μαγική» ανακάλυψη, το καθηλωτικό αναπάντεχο. Επιπρόσθετα το πραγματικά εντυπωσιακό φωτογραφικό έργο του -τόσο σε όγκο όσο και αισθητική, προσφέρει έναν τρόπο αναγνώρισης και διατήρησης της τοπικής ιστορίας, κάτι που οι μεγάλης κλίμακας δράσεις συχνά δυσκολεύονται να επιτύχουν. Είναι κρίμα που το έργο του, παρά την οικουμενικότητά του, βρίσκεται καθηλωμένο σε στενά γεωγραφικά πλαίσια.



© Tomas Teneketzis

© Tomas Teneketzis

© Tomas Teneketzis

© Tomas Teneketzis

© Tomas Teneketzis

© Tomas Teneketzis

© Tomas Teneketzis

© Tomas Teneketzis

© Tomas Teneketzis

© Tomas Teneketzis

© Tomas Teneketzis



Τελικά, αυτό που τους ενώνει δεν είναι η γεωγραφία, αλλά το βλέμμα. Και οι δύο φωτογράφοι μετατρέπουν την περιπλάνηση σε τρόπο σκέψης. Είτε περιορίζονται σε ένα μόνο οικοδομικό τετράγωνο είτε εκτείνονται σε ολόκληρες ηπείρους, το έργο τους επιμένει ότι η σημασία δεν βρίσκεται στην καινοτομία του τόπου, αλλά στο βάθος του βλέμματος. Η επανάληψη του αστικού παρατηρητή και η ποικιλία του παγκόσμιου εξερευνητή είναι δύο όψεις της ίδιας παρόρμησης: να κατανοήσουμε πώς το φως, ο χρόνος και η ανθρώπινη παρουσία διασταυρώνονται στο φωτογραφικό κάδρο, δημιουργώντας μια καίρια και εύγλωττη καταγραφή ενός κόσμου που υφίσταται ραγδαίες αλλαγές.

Οι Θωμάς Τενεκετζής και Λουίς Μπράγκα μας δείχνουν πώς η τεχνική αρτιότητα, η εννοιολογική ευαισθησία και η αισθητική συνέπεια μπορούν να συνυπάρχουν, ακόμη κι όταν το βλέμμα στρέφεται προς διαφορετικούς ορίζοντες. Ο ένας βρίσκει το σύμπαν του μέσα σε μια πόλη· ο άλλος το αναζητά σε ολόκληρο τον κόσμο. Και οι δύο, όμως, μας θυμίζουν πως η ουσία της φωτογραφίας δεν βρίσκεται στο πόσο μακριά ταξιδεύεις, αλλά στο πόσο βαθιά κοιτάζεις. (Κ. Λ.)

 

 

Δείτε επίσης:

 

ο Κάππα Λάμδα ανάμεσα στους ... Χουάν Κρισοστόμο Μέντεζ Άβαλος και Κάρλο Μολίνο 

 

ο Κάππα Λάμδα ανάμεσα στους ... Άρθουρ Φέλιγκ και Xαράλαμπο-Ενρίκε Μετινίδη 

 

 

επιμέλεια-κείμενο: Κάππα Λάμδα
© periopton


 

Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση
του παρόντος άρθρου (ολόκληρου ή αποσπασμάτων)