where art is always in focus

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
7.9.26

ένα νέο σπίτι για τη φωτογραφία

5.14' διάβασμα






το κτήριο που στεγάζεται το Aperture

Με αφορμή τη μετακόμιση του Aperture στο Upper West Side της Νέας Υόρκης, το περιοδικό Art & Antiques και ο δημοσιογράφος Ντέιβιντ Μασέλο πήραν συνέντευξη από την εκτελεστική διευθύντρια του οργανισμού, Σάρα Μάιστερ. Ο μη κερδοσκοπικός αυτός οργανισμός εκδίδει μονογραφίες φωτογράφων εδώ και σχεδόν 75 χρόνια. Με αφορμή τα εγκαίνια του νέου διώροφου χώρου 1.000 τ.μ. στις 18 Σεπτεμβρίου —ο οποίος στεγάζεται σε ένα κτίριο του 1886 που άλλοτε λειτουργούσε ως ξενοδοχείο διαμερισμάτων— η Μάιστερ επιμελήθηκε μια συναρπαστική έκθεση με τίτλο «Το Aperture αγαπά τη Νέα Υόρκη». Η έκθεση αυτή τιμά την πόλη την οποία το Aperture συνεχίζει να έχει ως έδρα του.



Σάρα Μάιστερ
διευθύντρια του Aperture

Σε τι διαφέρει το Aperture από άλλα ιδρύματα που σχετίζονται με τη φωτογραφία στη Νέα Υόρκη και γύρω από αυτήν, ιδίως από το Διεθνές Κέντρο Φωτογραφίας (ICP);

 Το Aperture κατέχει μια μοναδική θέση —στη Νέα Υόρκη και πέρα από αυτήν— ως ένας μη κερδοσκοπικός εκδοτικός οίκος που επικεντρώνεται στη φωτογραφία. Υπάρχουν μεγαλύτεροι εκδότες βιβλίων και μικρότεροι, έντυπα περιοδικά και διαδικτυακά, αλλά ελάχιστα από αυτά είναι μη κερδοσκοπικά ιδρύματα με συγκεκριμένη αποστολή. Το ICP είναι μουσείο και σχολή, επομένως θα μας περιέγραφα ως συμπληρωματικά στοιχεία του φωτογραφικού οικοσυστήματος. Ένας συνάδελφος περιέγραψε κάποτε το Aperture ως «πολυπλόκαμο», κάτι που μου αρέσει πολύ. Υπάρχει μια σύνθετη υβριδικότητα σε αυτό που κάνουμε: εκδίδουμε ένα τριμηνιαίο περιοδικό από το 1952 και περισσότερα από 1.000 βιβλία, ωστόσο είμαστε κάτι παραπάνω από ένας απλός εκδοτικός οίκος. Διοργανώνουμε εκθέσεις, αλλά δεν είμαστε μουσείο. Έχουμε βαθιά αφοσίωση στην εκπαίδευση και τη μάθηση, αν και δεν είμαστε σχολή. Προσφέρουμε ευκαιρίες υποστήριξης των καλλιτεχνών μέσω της αγοράς αυθεντικών εκτυπώσεων, αλλά δεν είμαστε γκαλερί.

Ποιο φαντάζεστε ότι είναι το κοινό σας;

 Το κοινό μας είναι ευρύ. Οι ιδρυτές μας έκαναν μια διευρυμένη δέσμευση προς τον «επαγγελματία και τον ερασιτέχνη, τον πικτοριαλιστή και τον ντοκουμενταρίστα, τον δημοσιογράφο και τον μελετητή». Έτσι, ήμασταν πάντα αφοσιωμένοι σε μια «μεγάλη σκηνή» που τους χωράει όλους. Μου αρέσει που στο πρώτο τεύχος σημείωσαν: «είτε συμφωνούμε είτε όχι, οι σκέψεις [κάθε φωτογράφου] λειτουργούν σαν καταλύτης στις δικές μας [...] συμβάλλοντας στις δυναμικές ιδέες της εποχής μας». Πιστεύω ότι ο κόσμος είναι γεμάτος από ανθρώπους που θα ήταν ευγνώμονες για έναν χώρο που ανέχεται τη διαφωνία, και ότι η φωτογραφία —ένα μέσο με αποχρώσεις και τόνους του γκρι— είναι ένα καλό μέρος για να ξεκινήσει κανείς. Ελπίζω ότι το νέο σπίτι του Aperture θα καλλιεργήσει αυτή την πιθανότητα.

Έχετε μόνιμη συλλογή ή όλα όσα εκτίθενται είναι προϊόντα δανεισμού;

 Δεν έχουμε μόνιμη συλλογή επειδή δεν είμαστε μουσείο. Εργάστηκα στο MoMA για 26 χρόνια και το λάτρεψα — και αυτό με έκανε να συνειδητοποιήσω βαθιά την τεράστια ευθύνη της φροντίδας μιας μόνιμης συλλογής. Αν και πολλά από τα έργα σε αυτή την εναρκτήρια εγκατάσταση για το «Το Aperture αγαπά τη Νέα Υόρκη» είναι δανεισμένα, ένας αριθμός προέρχεται από το πρόγραμμα εκτυπώσεων περιορισμένης έκδοσης, το οποίο ξεκίνησε πριν από δεκαετίες ως ένας τρόπος υποστήριξης του Aperture και των καλλιτεχνών. Το να ζεις με την τέχνη σού κάνει καλό, και με τη φωτογραφία αυτός είναι ένας εφικτός στόχος.



Κάρι Μέι Γουίμς, Χάρλεμ (1978), 
από τη μονογραφία της 'The Heart of the Matter' (Aperture 2025)
© Carrie Mae Weems

 Λι Φριντλάντερ, Νέα Υόρκη (1959) 
από τη μονογραφία του 'Life Still' (Aperture, 2016)
© Lee Friedlander

Πείτε μας για τα κριτήρια που χρησιμοποιήσατε για τη συγκρότηση της εναρκτήριας έκθεσης;

 Άρχισα να σκέφτομαι την πόλη και τις φωτογραφίες που αγαπούσα και είχαν τραβηχτεί σε αυτήν, και ήταν αρκετά εύκολο να καταλήξω σε μια λίστα με εκπληκτικές φωτογραφίες που είχαν δημοσιευτεί σε βιβλία του Aperture. Μέσα από κορνιζαρισμένες εκτυπώσεις στον τοίχο και βιβλία στο τραπέζι, αυτό έγινε ένας τρόπος να συστηθούμε στους νέους μας γείτονες, αποσαφηνίζοντας παράλληλα τη διάκριση ανάμεσα σε μια φωτογραφία ως τυπωμένο αντικείμενο και στην ίδια εικόνα όπως αναπαράγεται σε ένα βιβλίο. Ακόμα κι αν δεν αποκτήσω ποτέ μια εκτύπωση της Ναν Γκόλντιν ή της Ντιάνα Λόσον, έχω τις μονογραφίες τους από το Aperture στο σπίτι και με εμπνέουν τακτικά.

Ποια είναι ένα ή δύο από τα αγαπημένα σας έργα στην έκθεση;

 Πραγματικά, ειλικρινά, μου αρέσουν όλα.
Αλλά θα αναφέρω μια ελάχιστα γνωστή φωτογραφία του Στίβεν Σορ από το Uncommon Places, η οποία δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά από το Aperture το 1982. Είναι μια εικόνα που τράβηξε στη γωνία των οδών Crosby και Grand, και, όλως περιέργως, είναι μία από τις δύο μόνο φωτογραφίες σε αυτό το βιβλίο που τραβήχτηκαν στη Νέα Υόρκη. Μια άλλη που λατρεύω είναι της Σόφι Ριβέρα, η οποία εκτέθηκε πρόσφατα στην αναδρομική της έκθεση στο El Museo del Barrio. Είμαστε περήφανοι που συνεκδώσαμε τον κατάλογο της έκθεσης (στα αγγλικά και τα ισπανικά). Το Playground (1998) της Τζαστίν Κέρλαντ από το Justine Kurland: Girl Pictures (Aperture, 2018). Και το ίδρυμά της μας επιτρέπει απλώς να μεταφέρουμε την κορνιζαρισμένη εκτύπωση από την άλλη πλευρά του Σέντραλ Παρκ.



Σόφι Ριβέρα, Σερβιτόρα (c. 1978–79), 
από τη μονογραφία της 'Double Exposures' (Aperture, 2026)
© Sophie Rivera

Στίβεν Σορ, Crosby Street and Grand Street, New York, (1974) 
από τη μονογραφία του 'Uncommon Places' (Aperture, 1982)
© Stephen Shore

Τζαστίν Κέρλαντ, Παιδικά Χαρά (1998), 
από τη μονογραφία της 'Girl Pictures' (Aperture, 2018)
© Justine Kurland


Δεδομένου ότι όλοι έχουν πλέον τη δυνατότητα να βγάλουν μια φωτογραφία με το τηλέφωνό τους, πώς καταφέρνετε να διατηρείτε την τέχνη της φωτογραφίας ως κάτι ξεχωριστό;

 Σε όλη την ιστορία της φωτογραφίας, οι άνθρωποι πάλευαν με το γεγονός ότι «οποιοσδήποτε» μπορούσε να το κάνει. Αυτό ίσχυε στα τέλη της δεκαετίας του 1880, όταν η Kodak παρουσίασε την κάμερα No. 1, της οποίας το διαφημιστικό σλόγκαν ήταν: «Εσείς πατάτε το κουμπί, εμείς κάνουμε τα υπόλοιπα». Αυτό το γεγονός εκλαμβάνεται από ορισμένους ως απειλή για το καθεστώς της φωτογραφίας ως μορφής τέχνης, αλλά το Aperture αγκάλιαζε πάντα την πληθυντικότητα της φωτογραφίας. Την τελευταία δεκαετία περίπου, έχω συμβιβαστεί με την ιδέα ότι αυτό το θαυμάσια δημοκρατικό μέσο δεν είναι απαραίτητα τέχνη, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να είναι.

Γιατί αγαπάτε τη φωτογραφία;

 Αγαπώ τη φωτογραφία επειδή έχει τη μοναδική ικανότητα να κάνει το οικείο να φαίνεται ξένο και το ξένο να φαίνεται οικείο. Δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα άλλο που να εμπνέει ένα παρόμοιο αίσθημα περιέργειας και σύνδεσης με ανθρώπους και μέρη που δεν γνωρίσατε ή δεν επισκεφτήκατε ποτέ. Χωρίς να θέλω να ακουστώ απελπιστικά αφελής, η φωτογραφία ίσως είναι η καλύτερη μας ελπίδα για να φέρουμε τους ανθρώπους κοντά σε έναν κόσμο όπου η τεχνολογία και η πολιτική μοιάζουν σαν να μας κομματιάζουν.

Ποιοι είναι μερικοί από τους αγαπημένους σας φωτογράφους, από το παρελθόν και το παρόν;

 Η Ντοροθέα Λανγκ είναι μια από τις αγαπημένες μου, και όχι μόνο επειδή ήταν μία από τις ιδρύτριες του Aperture, ούτε επειδή ήταν το θέμα μιας από τις τελευταίες μου εκθέσεις στο MoMA. Πίστευε ακράδαντα ότι οι φωτογραφίες θα μπορούσαν να κάνουν τον κόσμο ένα καλύτερο μέρος και αφιέρωσε τη ζωή της σε αυτόν τον σκοπό. Όσον αφορά την ονομασία των αγαπημένων μου σύγχρονων φωτογράφων, είμαι σίγουρη ότι μπορείτε να καταλάβετε ότι πρόκειται για επικίνδυνο έδαφος! Υπάρχουν δύο εξαιρετικά ταλαντούχοι καλλιτέχνες που έχω στο μυαλό μου καθώς εκδίδουμε τα πρώτα τους βιβλία φέτος: η Ντιόν Λι και ο/η Ελ Πέρεζ. Οι προσεγγίσεις τους στο μέσο είναι εντελώς διαφορετικές, αλλά ο καθένας τους με βοηθά να αναμετρηθώ με το γιατί οι φωτογραφίες έχουν σημασία σήμερα, και είμαι απίστευτα ευτυχής που τους έχουμε στη λίστα μας, ώστε να εμπνευστούν και άλλοι με παρόμοιο τρόπο.





μονογραφία της Ντιόν Λι


μονογραφία του/της Ελ Πέρεζ




Υπάρχουν μια-δυο εμβληματικές φωτογραφίες που ανακαλείτε συνεχώς στο μυαλό σας;

 Αν και μπαίνω στον πειρασμό να αναφέρω το Migrant Mother της Ντοροθέα Λανγκ, είναι σχεδόν υπερβολικά συμβολικό. Έτσι, αντί για αυτό, θα ξεχωρίσω μια φωτογραφία που θα εκτίθεται μόνιμα στην Columbus 380, σε έναν χώρο ακριβώς δίπλα στην γκαλερί (και ορατό από αυτήν): την εικόνα του εξωφύλλου του Κουάμε Μπράθγουεϊτ: Black Is Beautiful, την οποία η οικογένεια δώρισε πρόσφατα στο Aperture. 

 

 

 

Ντοροθέα Λανγκ, 'Migrant Mother', Νιπόμο, Καλιφόρνια, (1936). 
Image via Library of Congress

 

η μονογραφία του Κουάμε Μπράθγουεϊτ 'Black Is Beautiful' (Aperture, 2019)

 

Είναι μια μεγάλη εκτύπωση της Σικόλο Μπράθγουεϊτ που φοράει ένα διακοσμημένο με χάντρες κάλυμμα κεφαλής από την Κάρολυ Πρινς, φτιαγμένο γύρω στο 1967. Η αντίθεση της γεμάτης αυτοπεποίθηση έκφρασης του μοντέλου και της απλότητας του φόντου σε χρώμα ώχρας με την πληθωρικότητα του εξαίρετα φιλοτεχνημένου φωτοστέφανου της είναι απλά μεγαλοπρεπής και αξέχαστη. (μτφρ. Κ. Λ.)


 

 επιμέλεια-μετάφραση: Κάππα Λάμδα
© periopton


Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση
του παρόντος άρθρου (ολόκληρου ή αποσπασμάτων)


 

22.8.26

η φωτογράφος που αναπαρέστησε τις μπαλαρίνες του Ντεγκά (ο οποίος τις είχε ζωγραφίσει από φωτογραφίες)

2.30' διάβασμα






© Ειρήνη Μοναστηριώτη

 

Εντγκάρ Ντεγκά,
η Σταρ, π.1876-77



Πρόκειται για την πτυχιακή εργασία της αποφοίτου του Τμήματος Φωτογραφίας και Οπτικοακουστικών Τεχνών του ΠΑ.Δ.Α., Ειρήνης Μοναστηριώτη – ένα διαχρονικό δείγμα υψηλής αισθητικής και δημιουργικής σύλληψης.

Η δημιουργός επιχείρησε έναν πρωτότυπο εικαστικό διάλογο, αναπαριστώντας φωτογραφικά τις διάσημες μπαλαρίνες του Εντγκάρ Ντεγκά και κλείνοντας δημιουργικά έναν ιστορικό κύκλο, καθώς ο ζωγράφος είχε βασιστεί στην πρώιμη φωτογραφία για να τις αποτυπώσει στον καμβά. 

Το έργο αυτό, που πραγματοποιήθηκε στα πρώτα χρόνια λειτουργίας του τμήματος, διατηρεί αμείωτη τη δυναμική του στο πέρασμα του χρόνου. Η φωτογραφική αυτή ανασύνθεση εντυπωσιάζει μέχρι σήμερα για την εξαιρετικά ολοκληρωμένη σκηνογραφική της επιμέλεια, την ακριβή απόδοση των θεμάτων και τη μοναδική, υποβλητική ατμόσφαιρα που αναδύεται από κάθε κάδρο.

Η Μοναστηριώτη κατάφερε, μέσα από μια υποδειγματική φωτογραφική προσέγγιση, να ανασυνθέσει τη ζωντάνια του 19ου αιώνα, γεφυρώνοντας το παρελθόν με το παρόν. Το αποτέλεσμα δεν αποτελεί απλή αντιγραφή, αλλά μια ουσιαστική επανερμηνεία.

Με εξαιρετική τεχνική και αισθητική συνέπεια, επεδίωξε να αμβλύνει τα όρια που χωρίζουν μια φωτογραφική μηχανή από ένα πινέλο ενοποιώντας αρμονικά την εικαστική και τη φωτογραφική γλώσσα, κλείνοντας αριστοτεχνικά τον κύκλο, προσφέροντας ένα έργο που συνεχίζει να γοητεύει.

 

ⓘ ιδιαίτερη μνεία αξίζει στην εξαιρετική προσέγγιση των μοντέλων, τα οποία προέρχονταν από τον κύκλο των συμφοιτητριών της



Εντγκάρ Ντεγκά,
μπαλαρίνα δένει τις πουέντ της, π.1880-85

© Ειρήνη Μοναστηριώτη

Εντγκάρ Ντεγκά,
δυο μπαλαρίνες

© Ειρήνη Μοναστηριώτη

Εντγκάρ Ντεγκά,
αναμονή, π.1882

© Ειρήνη Μοναστηριώτη

Εντγκάρ Ντεγκά,
μπαλαρίνα, προφίλ

© Ειρήνη Μοναστηριώτη

Εντγκάρ Ντεγκά,
μπαλαρίνα φτιάχνει την τιράντα της

© Ειρήνη Μοναστηριώτη

Εντγκάρ Ντεγκά,
οι μπλε μπαλαρίνες, π.1898-99

© Ειρήνη Μοναστηριώτη

Εντγκάρ Ντεγκά,
μπαλαρίνα

© Ειρήνη Μοναστηριώτη

 

στιγμιότυπο από τα παρασκήνια της φωτογράφισης


Η Ζιλί Μανέ, 16 ετών, έγραψε στις 29 Οκτωβρίου 1895: «Ο κ. Ντεγκά που δεν σκέφτεται τίποτα άλλο παρά μόνο τη φωτογραφία, μας έχει προσκαλέσει όλους να πάμε να δειπνήσουμε στο σπίτι του την επόμενη εβδομάδα, θα κάνει τη φωτογραφία μας με τεχνητό φως. Μόνο τρία λεπτά θα πρέπει να ποζάρουμε. Θέλει να διαπιστώσει εάν ήμαστε τα κατάλληλα μοντέλα και έβαλε να ποζάρει τον κ. Ρενουάρ που άρχισε να γελάει. (Ζιλί Μανέ κόρη της Μπερτ Μοριζό και του Εζέν Μανέ, ανηψιά του ζωγράφου Εντουάρ Μανέ. Ημερολόγιο 1893-1899).


Ο Εντγκάρ Ντεγκά ξεκίνησε να βγάζει φωτογραφίες το 1895, σε ηλικία 61 ετών. Η τελευταία ιμπρεσιονιστική έκθεση είχε γίνει δέκα χρόνια πριν. Ο Ντανιέλ Αλεβί τον εισήγαγε στη φωτογραφία. Έτσι, ο Ντεγκά αγόρασε φωτογραφική μηχανή με γυάλινες πλάκες και τρίποδο. Μέσα σε πέντε χρόνια δημιούργησε μια σειρά φωτογραφιών. Σήμερα σώζονται λιγότερες από 50. 
 Ο ακριβής λόγος για τον οποίο ο Ντεγκά ασχολήθηκε με τη φωτογραφία παραμένει άγνωστος. Είναι σαφές ότι η φωτογραφία του πρόσφερε μια νέα ευκαιρία ακριβώς την περίοδο που η όρασή του εξασθενούσε. Η ασθένεια και ο θάνατος της αδελφής του, Μαργκερίτ, το 1895, καθώς και του αδελφού του Ακίλ το 1893, ενδέχεται επίσης να έπαιξαν κάποιο ρόλο. Για τον Ντεγκά, οι φωτογραφίες αποτελούσαν ένα ισχυρό εργαλείο μνήμης για να θυμάται τους αγαπημένους του, ενώ η φωτογραφική δραστηριότητα τον συνέδεσε στενά με μια οικογένεια – τους Αλεβί – που τον υποστήριξε στην περίοδο της θλίψης του.


 

Εντγκάρ Ντεγκά,
μπαλαρίνα

Εντγκάρ Ντεγκά,
μπαλαρίνα

Εντγκάρ Ντεγκά,
μπαλαρίνα φτιάχνει την τιράντα της

 Ο Ντεγκά εξερευνούσε τις πλαστικές δυνατότητες κάθε μέσου. Δεν ακολουθούσε τους αποδεκτούς κανόνες της σωστής τεχνικής. Οι φωτογραφίες του δεν ήταν αυθόρμητες ή στιγμιαίες. Αντίθετα, ήταν προσεκτικά στημένες και φωτισμένες. Χρησιμοποιούσε συχνά μια ενιαία, λαμπρή πηγή φωτός. Οι μορφές έμοιαζαν να αναδύονται από το σκοτάδι. Το φθινόπωρο του 1895 φωτογράφισε τα μέλη της οικογένειας Αλεβί. Κάθε πρόσωπο καθόταν στην ίδια πολυθρόνα, με φωτισμό τύπου Ρέμπραντ. Οι εικόνες αυτές δείχνουν πώς χειριζόταν τον χώρο, την κλίμακα και το συναίσθημα. Η φωτογραφία «Η Λουίζ Αλεβί διαβάζει στον Ντεγκά»* δείχνει μεγάλη οικειότητα. Αντανακλά την εξάρτηση του καλλιτέχνη από μια φίλη, λόγω της κακής του όρασης. Η φωτογραφία «Μετά το μπάνιο, γυναίκα που στεγνώνει την πλάτη της» (1896) δείχνει τη σύνδεση των μέσων και την ευελιξία του Ντεγκά στη χρήση τους. 

 

 

Εντγκάρ Ντεγκά, «Η Λουίζ Αλεβί διαβάζει στον Ντεγκά»

η φωτογραφία και ο πίνακας 'μετά το μπάνιο' - π.1896
 

Είναι μια μελέτη του 1896, όπου ένα γυμνό μοντέλο συστρέφεται έντονα πάνω σε μια καρέκλα. Πρόκειται για τη μόνη φωτογραφία που είναι γνωστό ότι αποτέλεσε άμεσα τη βάση για έναν πίνακα. Δυστυχώς δεν υπάρχουν θετικά αντίγραφα από την εποχή του Ντεγκά, η δε φωτογραφία της μπαλαρίνας που φτιάχνει τις τιράντες της προμηνύει έναν μεταγενέστερο πίνακά του. ✍ Κ. Λ.


*Το έργο «Η Λουίζ Αλεβί διαβάζει στον Ντεγκά» (Louise Halévy faisant la lecture à Degas) είναι μια ασπρόμαυρη φωτογραφία που τράβηξε γύρω στο 1895 ο Γάλλος ζωγράφος. Απεικονίζει την κοντινή του φίλη Λουίζ Αλεβί (σύζυγο του λιμπρετίστα και συγγραφέα Λουντοβίκ Αλεβί) να διαβάζει σε εσωτερικό χώρο υπό το φως μιας λάμπας.
 

 

επιμέλεια-κείμενο: Κάππα Λάμδα
© periopton

 

Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση
του παρόντος άρθρου (ολόκληρου ή αποσπασμάτων)
των εικόνων συμπεριλαμβανομένων 

13.8.26

Οι 'δύο Ρόμπερτ': η μετεωρική άνοδος και η τραγική λήθη των χρυσών αγοριών του Λονδίνου

 3.50' διάβασμα

 

 

 

 

 τα παιδιά-θαύματα που ξέχασε ο κόσμος της τέχνης

 

 

Ο Ρόμπερτ ΜακΜπράιντ (αριστερά) και ο Ρόμπερτ Κόλκουον στο εργαστήριό τους, 
σε φωτογραφία του Φέλιξ Μαν που τραβήχτηκε περίπου το 1945. 
Φωτογραφία: Φέλιξ Μαν, Getty Images
  

Η ιστορία της τέχνης είναι γεμάτη από λαμπερά αστέρια που έσβησαν πρόωρα, όμως λίγες περιπτώσεις είναι τόσο καθηλωτικές, ρομαντικές και ταυτόχρονα σπαρακτικές όσο αυτή του Ρόμπερτ Κολκούν και του Μπόμπι ΜακΜπράιντ. Γνωστοί στους καλλιτεχνικούς κύκλους ως «Οι Δύο Ρόμπερτ», υπήρξαν εραστές, συνοδοιπόροι, πρωτοπόροι της κουίρ καθημερινότητας και, για ένα φεγγάρι, οι απόλυτοι κυρίαρχοι της μεταπολεμικής εικαστικής σκηνής του Λονδίνου. Φωτογραφήθηκαν για τη Vogue, κινηματογραφήθηκαν από τον Κεν Ράσελ και κέρδισαν τον απέραντο θαυμασμό του Φράνσις Μπέικον, ο οποίος κάποτε δήλωσε ότι όλα όσα έμαθε για το σχέδιο, τα έμαθε από τον Κολκούν. Κι όμως, αυτό το αχώριστο δίδυμο, που κάποτε είχε τα πάντα, κατέληξε στην απόλυτη αφάνεια.

Η κοινή τους πορεία ξεκίνησε από ταξικά υποβαθμισμένα περιβάλλοντα της Σκωτίας. Ο ΜακΜπράιντ μεγάλωσε στο Μέιμπολ, δουλεύοντας σε ένα εργοστάσιο υποδημάτων για να μαζέψει χρήματα για τις σπουδές του. Ο Κολκούν, από το Κιλμάρνοκ, αναγκάστηκε αρχικά να διακόψει το σχολείο, μέχρι που ένας ιερέας διέκρινε το σπάνιο ταλέντο του και του εξασφάλισε υποτροφία. Ήταν οι πρώτοι από τις οικογένειές τους που κατάφεραν να μπουν στο πανεπιστήμιο.
Το 1933, κατά την πρώτη τους μέρα στη Σχολή Καλών Τεχνών της Γλασκώβης (GSA), οι δρόμοι τους διασταυρώθηκαν. Η έλξη και η αναγνώριση ήταν αμοιβαία και ακαριαία. Στη σχολή σάρωσαν κάθε πιθανό βραβείο. Αντιλαμβανόμενη ότι οι δύο νεαροί δεν θα χωρίζονταν ποτέ, η σχολή τους απένειμε μια κοινή ταξιδιωτική υποτροφία. Έτσι, ταξίδεψαν στην Ευρώπη, αποφεύγοντας οριακά τις φασιστικές περιπόλους του Χίτλερ, μελετώντας τον Μιχαήλ Άγγελο στη Ρώμη και αντικρίζοντας τη συγκλονιστική Γκερνίκα του Πικάσο στο Παρίσι – εμπειρίες που αποτυπώθηκαν στα γεμάτα πάθος ημερολόγιά τους.



Ρόμπερτ Κολκούν, «Οι Δουβλινέζοι»
© The Estate of Robert Colquhoun

Ρόμπερτ ΜακΜπράιντ, «Νεκρή φύση», περίπου 1947
© Estate of Robert MacBryde

Με την έκρηξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, οι 'Δύο Ρόμπερτ' εγκαταστάθηκαν στο Λονδίνο, όπου η καριέρα τους εκτοξεύτηκε μέσα στις στάχτες των βομβαρδισμών. Έγιναν γνωστοί ως τα «Χρυσά Αγόρια της Bond Street». Οι συνάδελφοί τους τούς αποκαλούσαν περιπαικτικά «ΜακΜπρακ» και «ΜακΠικάσο», προσωνύμια που οι ίδιοι κρυφά λάτρευαν.
Το ατελιέ τους στην οδό Bedford Gardens 77 μετατράπηκε σε καταφύγιο μιας αχαλίνωτης, μποέμικης ζωής. Εκεί διοργάνωναν ολονύχτια πάρτι όπου μπορούσες να μοιραστείς ένα ουίσκι με τη συγγραφέα Ελίζαμπεθ Σμαρτ, να χορέψεις με τους χορευτές του Βασιλικού Μπαλέτου ή να προσπαθήσεις να ακούσεις μέσα στη βαβούρα τον ποιητή Ντίλαν Τόμας να απαγγέλλει. Παρά τη σκληρή μεταπολεμική επιβολή δελτίου στα τρόφιμα, στο σπίτι τους υπήρχε πάντα φαγητό και ποτό. Ο Μπόμπι ΜακΜπράιντ είχε το χάρισμα να «ταΐζει τους πεντακισχίλιους με ένα μόνο ψάρι», ενώ ο Ρόμπερτ Κολκούν ήταν ο γοητευτικός, μελαγχολικός οικοδεσπότης. Η επιρροή τους ήταν τέτοια που ο Άλφρεντ Μπαρ, ο πρώτος διευθυντής του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης (MoMA) της Νέας Υόρκης, αγόρασε έργα και των δύο για τη μόνιμη συλλογή του, τοποθετώντας τους δίπλα στον Λούσιαν Φρόιντ και τον Φράνσις Μπέικον.



Ρόμπερτ Κολκούν, «Φιγούρες σε αγροικία»
© The Estate of Robert Colquhoun

Ρόμπερτ ΜακΜπράιντ, «Φιγούρα και νεκρή φύση»
© Estate of Robert MacBryde

Η τέχνη τους ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τη συμβίωσή τους, λειτουργώντας ως ένας ενιαίος οργανισμός, όπως είχε γράψει και ο κριτικός Γουίντχαμ Λιούις. Ο ΜακΜπράιντ έγινε διάσημος για τις γεμάτες ζωντάνια νεκρές φύσεις του, όπου τα φρούτα και τα ψάρια έμοιαζαν να χορεύουν πάνω στο πιάτο, προσφέροντας μια γεύση αφθονίας σε μια εποχή στερήσεων. Αντίθετα, ο Κολκούν ειδικεύτηκε σε σκοτεινά, τραγικά πορτρέτα με πρόσωπα που έμοιαζαν με μάσκες βυθισμένες στο πένθος, απεικονίζοντας συχνά φιγούρες που κρατιούνταν σφιχτά η μία από την άλλη.Η κοινή τους ζωή, ωστόσο, ήταν ένα διαρκές έγκλημα στα μάτια του νόμου. Εκείνη την εποχή, η ομοφυλοφιλία ήταν παράνομη στη Μεγάλη Βρετανία, και η συγγραφή ενός ερωτικού γράμματος ισοδυναμούσε με ένταλμα σύλληψης. Οι 'Δύο Ρόμπερτ' αναγκάζονταν να επικοινωνούν με κώδικες και να καίνε την αλληλογραφία τους. Έζησαν από κοντά τη φρίκη των διώξεων, μαζεύοντας φίλους τους, όπως ο Ντενίς Γουίρθ-Μίλερ, από τις πύλες των φυλακών Wormwood Scrubs μετά από συλλήψεις για «σοβαρή απρέπεια». Παρά τον κίνδυνο, επέλεξαν να χτίσουν μια δημόσια, περήφανη, «παράνομη» ζωή σε ένα μόνο δωμάτιο, σπάζοντας τα κοινωνικά προκατασκευασμένα στερεότυπα.



Ρόμπερτ Κολκούν, «Φιγούρα πάνω σε άλογο»
© The Estate of Robert Colquhoun

Ρόμπερτ ΜακΜπράιντ, «Γυναίκα και το παιχνίδι Trictrac»
© Estate of Robert MacBryde

Όπως συμβαίνει συχνά με τα αστέρια που είναι πιο λαμπρά από τα άλλα, η πτώση τους ήταν απότομη. Προερχόμενοι από τη φτώχεια, δεν έμαθαν ποτέ πώς να διαχειρίζονται τον πλούτο. Ξόδευαν τα χρήματά τους πιο γρήγορα από ό,τι τα κέρδιζαν, στηρίζοντας φίλους και διοργανώνοντας πολυτελή πάρτι. Όταν οι καλλιτεχνικές τάσεις άλλαξαν και η αφηρημένη τέχνη άρχισε να κυριαρχεί, οι Ρόμπερτ, πνιγμένοι στα χρέη, δεν είχαν την πολυτέλεια του χρόνου για να πειραματιστούν.Το αλκοόλ, τα οικονομικά βάρη και το τραύμα του πολέμου άρχισαν να φθείρουν τη σχέση και την υγεία τους. Η συντηρητική κοινωνία και οι ιστορικοί τέχνης τούς υποβίβασαν σε απλούς «συγκατοίκους» ή «φίλους», σβήνοντας την κουίρ ταυτότητά τους από τα επίσημα αρχεία. Η προφητική φράση που είχε γράψει ο Μπόμπι στον Ρόμπερτ όταν ήταν 27 ετών – «Πρέπει να φροντίσουμε να δημιουργήσουμε τον μύθο μας πριν πεθάνουμε» – έμελλε να σκεπαστεί από τη σκόνη της λήθης. Ο Ρόμπερτ Κολκούν πέθανε διαλυμένος το 1962, σε ηλικία μόλις 47 ετών. Ο Μπόμπι ΜακΜπράιντ, ανίκανος να αντέξει την απώλεια του άλλου του μισού, τον ακολούθησε τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1966, στα 52 του χρόνια.

Σήμερα, δεκαετίες μετά τον θάνατό τους, επιχειρείται η αποκατάσταση της πραγματικότητας με απόλυτη ειλικρίνεια όσον αφορά τη ζωή και το έργο τους. Γιατί όπως τονίζεται, όταν οι ζωές των ανθρώπων υποτιμώνται ή αποσιωπώνται από την ιστορία, η μυθοπλασία και η τέχνη μετατρέπονται σε ηθική επιταγή. Η αναγέννηση των 'Δύο Ρόμπερτ' είναι μια υπενθύμιση ότι, ακόμη και όταν ο κόσμος γύρω μας καταρρέει, η πράξη του να ανάβεις ένα κερί στο σκοτάδι και να πιάνεις το πινέλο ή την πένα είναι η απόλυτη πράξη αντίστασης και αθανασίας. ✍© Κ. Λ.


 

Nota bene

 

Η επιρροή των «Δύο Ρόμπερτ» στον Φράνσις Μπέικον

Ο Φράνσις Μπέικον (Francis Bacon) υπήρξε ένας από τους πιο διακριτούς και προκλητικούς ζωγράφους του 20ού αιώνα. Ωστόσο, η δική του ιδιοφυΐα δεν γεννήθηκε στο κενό. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1940, όταν ο Μπέικον προσπαθούσε ακόμα να βρει την προσωπική του εικαστική ταυτότητα, ο Ρόμπερτ Κολκούν και ο Μπόμπι ΜακΜπράιντ ήταν ήδη οι απόλυτοι κυρίαρχοι και τα «είδωλα» της καλλιτεχνικής σκηνής του Λονδίνου.

Η πιο τρανταχτή απόδειξη της επιρροής τους είναι η ίδια η παραδοχή του Μπέικον. Σύμφωνα με μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα και σύχναζαν στα κακόφημα μπαρ του Σόχο, ο Μπέικον είχε δηλώσει χαρακτηριστικά:
«Ό,τι έμαθα για το σχέδιο, το έμαθα από τον Ρόμπερτ Κολκούν».

 Η δήλωση αυτή έχει τεράστια βαρύτητα. Ο Κολκούν διέθετε μια σπάνια, σχολαστική σχεδιαστική δεινότητα, την οποία είχε αναπτύξει από την παιδική του ηλικία. Η ικανότητά του να παραμορφώνει την ανθρώπινη φιγούρα, διατηρώντας όμως μια αυστηρή, σχεδόν γεωμετρική δομή, γοήτευσε τον Μπέικον.

Αν παρατηρήσει κανείς τα έργα των δύο καλλιτεχνών, η συγγένεια είναι εμφανής:

 

-Τα «Προσωπεία» του Κολκούν: Ο Κολκούν ζωγράφιζε πορτρέτα με πρόσωπα που έμοιαζαν με άκαμπτες, τραγικές μάσκες, παραμορφωμένες από το πένθος και την υπαρξιακή αγωνία.-

 

 

 

 

 

 

Ρόμπερτ Κολκούν
Ιρλανδές (1958) 
© the artist's estate / Bridgeman Images
 

 

 

-Η Κραυγή του Μπέικον: Αυτή ακριβώς η παραμόρφωση της ανθρώπινης σάρκας έγινε αργότερα το σήμα κατατεθέν του Μπέικον στους διάσημους πίνακές του με τους «Κραυγάζοντες Πάπες» και τα ακρωτηριασμένα σώματα.
 

 

 

 

 

 Φράνσις Μπέικον
Κεφάλι VI’ (1949), 
Arts Council Collection, Southbank Centre, London.
 

 

Η σχέση τους δεν ήταν μόνο καλλιτεχνική αλλά και βαθιά κοινωνική. Ήταν όλοι θαμώνες του θρυλικού The Colony Room Club στο Σόχο, ενός καταφυγίου για την κουίρ κοινότητα της εποχής. Ο Μπέικον, ο Κολκούν και ο ΜακΜπράιντ μοιράζονταν το ίδιο πάθος για το αλκοόλ, τον κίνδυνο και την ακραία ζωή. Την ίδια ακριβώς περίοδο, το δίδυμο αναγνωριζόταν ως η «αιχμή του δόρατος» της νέας βρετανικής πρωτοπορίας. ✍© Κ. Λ.

 

επιμέλεια-κείμενο: Κάππα Λάμδα
© periopton

 

 

Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση
του παρόντος άρθρου (ολόκληρου ή αποσπασμάτων) 

 

5.7.26

ο φωτογράφος και η μνήμη μιας Αμερικής που εξαφανίζεται

3' διάβασμα

 

 

 

 

Υπάρχει κάτι βαθιά μελαγχολικό, σχεδόν μυσταγωγικό, στον τρόπο με τον οποίο ο Τζιμ Βεστφάλεν πλησιάζει τα θέματά του. Δεν είναι απλώς φωτογράφος· είναι μαρτυρας μιας εξαφάνισης που συντελείται αργά, μέρα με τη μέρα, σε κάθε γωνιά της αμερικανικής υπαίθρου. Όποιος έχει ταξιδέψει στους επαρχιακούς δρόμους της χώρας, από την Ανατολική στη Δυτική ακτή, από τον αγροτικό Νότο έως τη φαινομενικά ατελείωτη περιοχή του Μιντγουέστ, θα έχει συναντήσει ερειπωμένες ξύλινες σιταποθήκες και σιλό, εγκαταλελειμμένες αγροικίες, ξεχασμένες εκκλησίες και σχολεία χτισμένα πριν από γενιές, παραδομένα σήμερα στη φθορά του χρόνου.
Ο Βεστφάλεν φαίνεται να έχει επιφορτιστεί με ένα σιωπηρό καθήκον: να διασώσει, μέσα από τον φακό του, τα ίχνη μιας παλιάς αγροτικής ζωής που σβήνει.


Surrendered 
Schuyler, New York
© Jim Westphalen

Η φωτογραφία, λένε, είναι η τέχνη της στιγμής. Για τον Βεστφάλεν, όμως, είναι πρωτίστως η τέχνη της αναμονής. Περιμένει το φως να πέσει με τη σωστή γωνία, τον ουρανό να σκοτεινιάσει με τη σωστή πυκνότητα, την εποχή να φορέσει το κατάλληλο χρώμα. Σχετικά αναφέρει πως:

«Περιμένω το κατάλληλο φως, τον κατάλληλο καιρό, την κατάλληλη εποχή, μερικές φορές περιμένω ακόμα και την άδεια να μπω σε ιδιωτική ιδιοκτησία για να φωτογραφίσω ένα κτίριο. Είναι σπάνιο να καταφέρνω να αποτυπώσω κάτι με την πρώτη φορά που το βλέπω έξω, στο φυσικό περιβάλλον. Πολλά πράγματα πρέπει να συμπέσουν για να πάρω τη τέλεια λήψη».

Χρησιμοποιεί μια μηχανή μεγάλου φορμά 4x5 (10x12,5εκ), πιστό εργαλείο για πάνω από σαράντα χρόνια, στην οποία έχει προσαρμόσει έναν ψηφιακό αισθητήρα, χωρίς να προδίδει τη φιλοσοφία της αργής, μεθοδικά προσχεδιασμένης φωτογραφίας. Παρομοιάζει ο ίδιος τη δουλειά του με ένα κράμα ιστορίας, ανθρωπολογίας και «κυνηγιού καταιγίδων» — μια τριάδα που αποκαλύπτει τόσο τη γεωγραφική εμβέλεια όσο και τη συναισθηματική βαθύτητα της αποστολής του.

 


1868 Schoolhouse  
New Haven Center, Vermont
© Jim Westphalen

Dakota Homestead #5 
Donnybrook, North Dakota
© Jim Westphalen

the clearing storm 
Orwell, Vermont
© Jim Westphalen

Τζιμ Βεστφάλεν

Ο Βεστφάλεν αντλεί έμπνευση από τους Άντριου Γουάιεθ και Έντουαρντ Χόπερ, δύο ζωγράφους που έδιναν στα κτίρια που απεικόνιζαν προσωπικότητα και χαρακτήρα, και τα μεταμορφώνουν σε φορείς μοναξιάς και μνήμης. Κάθε εγκαταλελειμμένο κτίριο, για τον Βεστφάλεν, είναι ένα παλίμψηστο. Στέκεται μπροστά σε σπασμένα παράθυρα, κοιτάζει μέσα από τις χαραμάδες στις πόρτες, φαντάζεται όσους έζησαν εκεί, όσους έχτισαν με τα ίδια τους τα χέρια αυτούς τους τοίχους. «Όταν το κτίριο χαθεί», λέει, «χάνονται και οι άνθρωποι που το δημιούργησαν. Αν δεν τα καταγράψω, είναι σαν να μην υπήρξαν ποτέ». Αυτή η φράση συμπυκνώνει την ηθική διάσταση της εργασίας του: μια πράξη διάσωσης όχι μόνο εικόνων, αλλά και βιωμάτων, χειρονομιών, καθημερινότητας που έχουν προ πολλού χαθεί.
Οι φωτογραφίες του, που φτάνουν σε διαστάσεις έως και δύο επί δύο μέτρα, τυπώνονται με χρωστικές αντί για μελάνια — μια επιλογή που δεν είναι μόνο τεχνική αλλά και δημιουργική. «Οι χρωστικές έχουν μεγαλύτερη σταθερότητα στον χρόνο», λέει ο ίδιος. «Επίσης προσθέτουν μια επιπλέον καθαρότητα, καθώς δεν διαχέονται και δεν απορροφώνται από το χαρτί». Μετά την εκτύπωση, εφαρμόζει ένα προστατευτικό, οπτικά διαφανές βερνίκι, το οποίο, όπως λέει, αφαιρεί κάθε «οπτικό εμπόδιο» και ενισχύει περαιτέρω τη ζωγραφική αίσθηση της εικόνας.



Langberg Country School 
Langberg, North Dakota
© Jim Westphalen

Dakota Prairie Church #3 
Williams County, North Dakota
© Jim Westphalen

Nieland Barn 
Sisseton, South Dakota
© Jim Westphalen

Prairie Sentinels 
Rapelje, Montana
© Jim Westphalen

Η πολιτεία του, το Βερμόντ, έχει πια σχεδόν εξαντληθεί για εκείνον. Ο φακός του ταξιδεύει προς την Ντακότα, τη Μοντάνα, το Άινταχο, και ετοιμάζεται τώρα να στραφεί προς τη νοτιοδυτική Αμερική, εκεί όπου τα κτίσματα από κόκκινη πέτρα και τούβλα διηγούνται μια εντελώς διαφορετική ιστορία. Στον Νότο, οι αποθήκες καπνού· στα Δυτικά και τα Μεσοδυτικά, οι επιβλητικοί σιταποθηκευτικοί πύργοι. Η αμερικανική ενδοχώρα αποκαλύπτεται μέσα από τη δουλειά του ως ένα μωσαϊκό τοπικών αρχιτεκτονικών ιδιωμάτων, το καθένα με το δικό του εικονογραφικό λεξιλόγιο.

Στην ψηφιακή εποχή της υπερβολικής επεξεργασίας, ο Βεστφάλεν διακρίνεται για την αυστηρή δεοντολογία του. Δεν παραποιεί· ενισχύει. Όπως ο Άνσελ Άνταμς σκούραινε ενίοτε έναν ουρανό για να τονίσει το δράμα του τοπίου, έτσι κι αυτός επιτρέπει στον εαυτό του διακριτικές παρεμβάσεις — ένα φως που φωτίζει καλύτερα, ένα πράσινο που ηρεμεί, μια σκιά που βαθαίνει. Χρησιμοποιεί την τεχνική της «συρραφής», ενώνοντας πολλαπλές λήψεις για να αποφύγει τη ναρκισσιστική παραμόρφωση των ευρυγώνιων φακών. Προτιμά τις μουντές παλέτες, τους συννεφιασμένους ουρανούς, γιατί εκεί, στη γκρίζα διάθεση του καιρού, αναδεικνύεται καλύτερα η ευθραυστότητα των κτισμάτων του.

 


Church of the Brethren 
Kremlin, Montana
© Jim Westphalen

Collins Schoolhouse #1 
Collins, Montana
© Jim Westphalen

Scandinavian Church #1 
Lignite, North Dakota
© Jim Westphalen

Μέσα από τον φωτογραφικό φακό του, ο Τζιμ Βεστφάλεν δεν καταγράφει απλώς εγκαταλειμμένα κτίρια. Καταγράφει ό,τι απομένει από ζωές, ιστορίες και ανθρώπινες παρουσίες που, χωρίς τη δική του επίμονη ματιά, θα εξαφανίζονταν χωρίς ίχνος.
Η δουλειά του Τζιμ Βεστφάλεν είναι εντέλει ένα αντίδοτο στη λήθη — μια ήσυχη επιμονή ότι όσα φεύγουν αξίζουν, τουλάχιστον, ένα δεύτερο βλέμμα.  ✍ Κ. Λ.

 

 

επιμέλεια-κείμενο: Κάππα Λάμδα
© periopton



Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση
του παρόντος άρθρου (ολόκληρου ή αποσπασμάτων)