5' διάβασμα
Φέτος γιορτάζουμε τα 200 χρόνια της φωτογραφίας. Στη διακοσιοστή αυτή επέτειο αφιερώνεται το παρόν κείμενο, με τη σημείωση ότι η φωτογραφία δεν έχει μία και μοναδική ημερομηνία γέννησης — ή, μάλλον, έχει περισσότερες από μία, καθεμία από τις οποίες προσδίδει διαφορετική σημασία στο μέσο.
![]() |
| το εσώφυλλο της έκδοσης |
Σύμφωνα με τη Μ. Γ. Μάριεν (Photography, A Cultural History), πριν από το 1800, στην ουτοπική και φανταστική λογοτεχνία εντοπίζεται μόνο ένα παράδειγμα ευρηματικής πρόβλεψης της φωτογραφίας και του κινηματογράφου: το μυθιστόρημα 'Giphantie', το οποίο εκδόθηκε το 1760. Ο Γάλλος συγγραφέας και γιατρός Σαρλ Φρανσουά Τιφέν ντε λα Ρός (1722–1774) εξέδωσε ανώνυμα αυτό το ουτοπικό μυθιστόρημα· ένα έργο που έμελλε να μείνει στην ιστορία επειδή περιέγραψε με εκπληκτική ακρίβεια τη φωτογραφική διαδικασία, σχεδόν οκτώ δεκαετίες πριν από την επίσημη εφεύρεσή της από τους Νταγκέρ και Νιέπς.
Σε μια εποχή όπου ο Διαφωτισμός αναζητούσε τα όρια της ανθρώπινης λογικής και η αλχημεία παρέδιδε σταδιακά τα σκήπτρα στη σύγχρονη χημεία, ο Τιφέν ντε λα Ρός συνέθεσε ένα κείμενο που ακροβατεί ανάμεσα στη φιλοσοφική σάτιρα και την οραματική επιστημονική φαντασία. Για να κατανοήσουμε πώς προέκυψε αυτή η ιδέα, πρέπει να εξετάσουμε το επιστημονικό υπόβαθρο της περιόδου. Ο 18ος αιώνας ήταν η χρυσή εποχή της camera obscura. Καλλιτέχνες και επιστήμονες χρησιμοποιούσαν ευρέως αυτό το οπτικό όργανο για να προβάλλουν είδωλα πάνω σε χαρτί και να τα ιχνηλατούν με το χέρι. Το μεγάλο ζητούμενο της εποχής, το «ιερό δισκοπότηρο», ήταν ένα: πώς να αποτυπωθεί χημικά αυτή η προβαλλόμενη εικόνα, χωρίς να χρειάζεται μολύβι Έτσι, ο συγγραφέας φαντάστηκε μια μαγική «viscous matter» (κολλώδη ύλη) που έκανε ακριβώς αυτό που οι σύγχρονοί του προσπαθούσαν να πετύχουν μόνο με καθρέφτες και φως.
![]() |
| συγκριτική απεικόνιση ανθρώπινου ματιού και camera obscura |
Ως γιατρός με βαθιά γνώση της φυσικής και της χημείας των ημερών του, ο Τιφέν ήταν ενήμερος για τις ιδιότητες ορισμένων χημικών αλάτων που άλλαζαν χρώμα όταν εκτίθεντο στον ήλιο. Συνδυάζοντας την οπτική του σκοτεινού θαλάμου με τις χημικές παρατηρήσεις, έκανε το μεγάλο διανοητικό άλμα. Εκεί που οι σύγχρονοί του έβλεπαν μεμονωμένα φαινόμενα, εκείνος οραματίστηκε μια νέα τέχνη.
Η πλοκή του βιβλίου ακολουθεί τον αφηγητή, ο οποίος μεταφέρεται από έναν τυφώνα σε μια άγνωστη, κρυμμένη έρημο της Αφρικής. Εκεί ανακαλύπτει τη Γιφαντία, μια ουτοπική κοινωνία που διοικείται από πνεύματα — πλάσματα ανώτερης νοημοσύνης που έχουν αφιερώσει την ύπαρξή τους στην παρατήρηση και την καταγραφή του ανθρώπινου πολιτισμού. Αυτά τα πνεύματα δεν παρεμβαίνουν στις ανθρώπινες υποθέσεις, αλλά λειτουργούν ως αμερόληπτοι θεατές της ιστορίας.
Ο πυρήνας του προφητικού οράματος του Τιφέν βρίσκεται σε ένα συγκεκριμένο κεφάλαιο, όπου ο αρχηγός των πνευμάτων ξεναγεί τον επισκέπτη σε μια αίθουσα με ένα παράθυρο που βλέπει σε μια αγριεμένη θάλασσα. Ο αφηγητής, πλησιάζοντας για να κοιτάξει τη συγκλονιστική εικόνα των κυμάτων, συνειδητοποιεί με δέος ότι δεν πρόκειται για πραγματικό παράθυρο ούτε για κάποιο άνοιγμα στον τοίχο, αλλά για έναν πίνακα ζωγραφικής. Όμως, δεν μοιάζει με κανέναν πίνακα που έχει δει ποτέ η ανθρώπινη ματιά: η πιστότητα των χρωμάτων, η ακρίβεια των γραμμών και η αποτύπωση της κίνησης είναι τόσο τέλειες που ξεγελούν τις αισθήσεις.
Όταν ο αφηγητής εκφράζει την απορία του για το πώς ένας ζωγράφος κατάφερε να πετύχει τέτοια εξωπραγματική ακρίβεια, το πνεύμα τού αποκαλύπτει το μεγάλο μυστικό των κατοίκων της Γιφαντίας. Δεν υπάρχει πινέλο ούτε καλλιτέχνης· η ίδια η φύση έχει αποτυπωθεί πάνω στο πανί.
Ο Τιφέν ντε λα Ρός περιγράφει τη διαδικασία με λέξεις που, αναδρομικά, προκαλούν ρίγη συγκίνησης στους ιστορικούς της τεχνολογίας:
«Γνωρίζετε ότι οι ακτίνες του φωτός που αντανακλώνται από διάφορα σώματα σχηματίζουν εικόνες και αποτυπώνουν το είδωλο που αντανακλάται σε όλες τις στιλπνές επιφάνειες — για παράδειγμα, στον αμφιβληστροειδή του ματιού, στο νερό και στο γυαλί. Τα πνεύματα προσπάθησαν να σταθεροποιήσουν αυτές τις φευγαλέες εικόνες· δημιούργησαν μια λεπτή ύλη μέσω της οποίας μια εικόνα σχηματίζεται εν ριπή οφθαλμού. Επικαλύπτουν ένα κομμάτι καμβά με αυτή την ύλη και το τοποθετούν μπροστά από το αντικείμενο που πρόκειται να αποτυπωθεί. Το αρχικό αποτέλεσμα αυτού του υφάσματος είναι παρόμοιο με εκείνο ενός καθρέφτη, αλλά μέσω της κολλώδους φύσης του, ο προετοιμασμένος καμβάς, αντίθετα με τον καθρέφτη, συγκρατεί ένα πιστό αντίγραφο της εικόνας. Ο καθρέφτης αναπαριστά τις εικόνες πιστά, αλλά δεν συγκρατεί καμία· ο καμβάς μας τις αντανακλά εξίσου πιστά, αλλά τις συγκρατεί όλες. Αυτή η αποτύπωση της εικόνας είναι στιγμιαία. Στη συνέχεια, ο καμβάς αφαιρείται και τοποθετείται σε ένα σκοτεινό μέρος. Μία ώρα αργότερα η αποτύπωση έχει στεγνώσει, και έχετε μια εικόνα που είναι μοναδική, καθώς καμία τέχνη δεν μπορεί να μιμηθεί την αλήθεια της.»
Αυτή η περιγραφή δεν είναι μια απλή ποιητική μεταφορά· αποτελεί τον ακριβή εννοιολογικό σκελετό της χημικής φωτογραφίας. Ο Τιφέν περιγράφει τον φακό (ή το οπτικό είδωλο), το φωτοευαίσθητο υπόστρωμα, τον χρόνο έκθεσης και, το σημαντικότερο, τη διαδικασία της στερέωσης της εικόνας στο σκοτάδι. Όταν ο Λουί Νταγκέρ παρουσίασε τη δαγκεροτυπία το 1839, η μέθοδός του βασιζόταν ακριβώς στις ίδιες αρχές: φως που επιδρά πάνω σε χημικές ουσίες και μια διαδικασία σταθεροποίησης, ώστε η εικόνα να μην μαυρίζει από την περαιτέρω έκθεση στο φως.
![]() |
| δύο σελίδες από το εν λόγω κεφάλαιο |
Η σημασία του 'Giphantie' εκτείνεται πέρα από τη μηχανική πρόβλεψη, καθώς εισάγει μια πρώιμη συζήτηση για την αντικειμενικότητα της εικόνας. Στον 18ο αιώνα, η ζωγραφική ήταν πάντα υποκειμενική, φιλτραρισμένη μέσα από το χέρι και την ενόραση του καλλιτέχνη. Ο Τιφέν, ωστόσο, οραματίζεται μια αναπαράσταση που στερείται ανθρώπινης διαμεσολάβησης: η φύση αυτογραφείται. Αυτή η ιδέα της «αχειροποίητου» εικόνας θα αποτελέσει αργότερα το κεντρικό επιχείρημα για την εγκυρότητα της φωτογραφίας ως αποδεικτικού στοιχείου και ως μέσου καταγραφής της αλήθειας.
Παράλληλα, υπάρχει μια διάχυτη μελαγχολία στο κείμενο. Η παγίδευση του φωτός και του χρόνου πάνω σε ένα πανί φέρνει τον άνθρωπο αντιμέτωπο με τη δική του θνητότητα. Η εικόνα παραμένει αναλλοίωτη, ενώ το αντικείμενο ή ο άνθρωπος που απεικονίζεται φθείρεται και πεθαίνει.
Η επίσημη παρουσίαση της νταγκεροτυπίας από τον Λουί Νταγκέρ και τον Φρανσουά Αραγκό στη Γαλλική Ακαδημία Επιστημών, τον Αύγουστο του 1839, προκάλεσε ένα κύμα παγκόσμιου ενθουσιασμού, αλλά και μια έντονη αναδίφηση στο παρελθόν. Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα της απόλυτης τεχνολογικής ευφορίας, ο γαλλικός τύπος της εποχής «σκόνταψε» ξανά πάνω στο ξεχασμένο αντίτυπο του 'Giphantie'. Η ανακάλυψη ότι ένας Γάλλος γιατρός είχε περιγράψει τη διαδικασία με τόση ακρίβεια 79 χρόνια νωρίτερα προκάλεσε αίσθηση, πυροδοτώντας μια σειρά από εντυπωσιακές αντιδράσεις, οι οποίες κυμάνθηκαν από το δέος μέχρι την εθνική υπερηφάνεια.
Όταν οι εφημερίδες και τα λογοτεχνικά περιοδικά του Παρισιού άρχισαν να αναδημοσιεύουν το συγκεκριμένο κεφάλαιο του 'Giphantie', η πρώτη αντίδραση ήταν η καθαρή κατάπληξη. Έγκριτα έντυπα σημείωναν με έκπληξη ότι η επιστήμη του 1839 δεν είχε κάνει τίποτα περισσότερο από το να υλοποιήσει τη φαντασία ενός συγγραφέα του 1760.
Χαρακτηριστικό είναι ότι ο τύπος δεν αντιμετώπισε το κείμενο ως μια απλή, γενικόλογη ποιητική μεταφορά, αλλά ως ένα λεπτομερές προσχέδιο της εφεύρεσης. Οι δημοσιογράφοι έβαζαν τα δύο κείμενα δίπλα-δίπλα: από τη μία την τεχνική έκθεση του Αραγκό για τις πλάκες ιωδιούχου αργύρου και από την άλλη το απόσπασμα του Τιφέν για την «κολλώδη ουσία». Η σύγκριση προκαλούσε δέος, καθώς αποδείκνυε ότι η ιδέα της φωτογραφίας προϋπήρχε της τεχνολογικής της δυνατότητας. ✍ Κ. Λ.
*Ο τίτλος του βιβλίου, «Giphantie», αποτελεί αναγραμματισμό του επιθέτου του συγγραφέα (Tiphaigne).
Δείτε επίσης:
ο Κάππα Λάμδα ανάμεσα στους... Νισεφόρ Νιεπς και Ερκύλ Φλοράνς
επιμέλεια-κείμενο: Κάππα Λάμδα
© periopton
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση
του παρόντος άρθρου (ολόκληρου ή αποσπασμάτων











.webp)

.webp)























,%20bottom%20Girl%20in%20a%20kimono%20in%20Breitner%E2%80%99s%20studio%20on%20Lauriersgracht,%20Amsterdam.webp)





%20Maurice%20Denis,1892.webp)


