periopton

where art is always in focus

24.3.26

πάρε πόζα και φαντάσου...

6' διάβασμα

 

 

ⓘ το παρόν αποτελεί τη συνοπτική μορφή ενός εκτενέστερου δοκιμίου


 

 

η σκηνοθετημένη πλάνη: η πόζα, τα ζωγραφισμένα φόντα και η αρχιτεκτονική της φαντασίωσης

 

στούντιο των αδελφών Αλινάρι, Φλωρεντία -1899
 

 

[...] Αυτό συνέβαινε κατά τη διάρκεια των φωτογραφίσεων. Όπου κι αν προσήλωνα το βλέμμα μου, έβλεπα τον εαυτό μου περικυκλωμένο από παραβάν, μαξιλαράκια και βάθρα 
που με απληστία επιζητούσαν την εικόνα μου, όπως οι σκιές του Άδη επιζητούν το αίμα  του θυσιασμένου ζώου. 
Στο τέλος με προσέφεραν ως θύμα στο θυσιαστήριο μιας κακόγουστα ζωγραφισμένης αφίσας των Άλπεων, και το δεξί μου χέρι, που έπρεπε να κρατά ενα καπελάκι από τρίχες αίγαγρου, έριχνε τη σκιά του στα σύννεφα και τα αιώνια χιόνια του υφασμάτινου φόντου. 
Όμως, το βεβιασμένο χαμόγελο πού διαγραφόταν στα χείλη του μικρού αλπινιστή δεν ήταν τόσο μελαγχολικό όσο το βλέμμα του παιδικού προσώπου στη σκιά του σπιτικού φοινικόδεντρου. Το τελευταίο προερχόταν από ένα ατελιέ, από εκείνα πού θυμίζουν μπουντουάρ και τόπους βασανιστηρίων (με τα υποπόδια και τους τρίποδες, τα γκομπλέν και τους 
οκρίβες ). 
Στέκομαι με γυμνό το κεφάλι, στο αριστερό μου χέρι ένα τεράστιο σομπρέρο που το αφήνω να κρέμεται με επιμελημένη χάρη. Στο δεξί κρατώ ένα ραβδί που η καμπυλωτή λαβή 
του είναι στραμμένη προς τα εμπρός, ενώ η άκρη του είναι κρυμμένη μέσα σε πλερέζες που χύνονται από ένα τραπέζι κήπου.
Άκρη άκρη στέκεται η μητέρα ακίνητη, μέσα σε στενό κορσέ. Σαν να είμαι φιγουρίνι ραφείου, κοιτάζει το φορτωμένο με σιρίτια μεταξωτό μου κοστούμι, που φαίνεται να έχει 
αντιγραφεί από περιοδικό μόδας. (*)


* Ό Μπένγιαμιν περιγράφει εδώ μία φωτογραφία του Κάφκα. ( Σ.τ,μ. )
Walter Benjamin - τα παιδικά χρόνια στο Βερολίνο το Χίλια Εννιακόσια (εκδόσεις Αγρα, μτφρ. Ιωάννα Αβραμίδου)


Στην αυγή της φωτογραφικής τέχνης, το κλείστρο της μηχανής δεν κατέγραφε απλώς την πραγματικότητα· την κατασκεύαζε. Πριν η τεχνολογία επιτρέψει τη φορητότητα και την ταχύτητα, το φωτογραφικό στούντιο ήταν ένας «ναός των πιθανοτήτων». Η φωτογραφία η οποία εκτός από την -προφανή- καταγραφική λειτουργία της και -την καταχωρημένη στο συλλογικό υποσυνείδητο αποδεικτική της ικανότητα, έχει επίσης μια έντονα συμβολική έννοια. Είναι η δυνατότητα να αποτυπώνει το όνειρο του φωτογραφιζόμενου -στηριζόμενη στο αποδεικτικό της στοιχείο -με τρόπο τέτοιο που τα όνειρα σβήνουν τα όρια του πραγματικού, και ο φαντασιακός ορίζοντας διευρύνεται. Ετσι ο φωτογραφιζόμενος πραγματοποιεί το μεγάλο άλμα προς τον κόσμο του φαντασιακού. Η συμβολή του φωτογράφου στην πραγματοποίηση αυτής της επιθυμίας -εκτός του τεχνικού μέρους- συνίστατο σε δύο μέρη. Πρώτον την κατάλληλη στάση του σώματος (πόζα) και δεύτερον την ένταξη του φωτογραφιζόμενου στο περιβάλλον που θα διαβιούσε στο εξής το ομοιότυπό του.


ζωγραφισμένος καμβάς που εχρησιμοποιείτο σαν φόντο


φόντο και πολυθρόνα

Περι το 1850, που ας μην ξεχνάμε ότι ήταν η περίοδος της εμφάνισης της τυπωμένης σε χαρτί φωτογραφίας, ο κόσμος δεν ήταν τόσο πρόθυμος να ποζάρει στους διάφορους φωτογράφους. Κανείς δεν τους ενημέρωνε για το τι μπορούσε να τους συμβεί απο αυτή την απειλητική κατασκευή που αποτελείτο απο ένα ξύλινο κουτί με - επίσης- ξύλινα πόδια, μ'έναν άνθρωπο τυλιγμένο με πανί στην μια άκρη του και με ένα μεταλλικό σωλήνα (που έμοιαζε λίγο ή πολύ με όπλο) στην άλλη άκρη. Ετσι οι πρώτες φωτογραφικές αποτυπώσεις ανθρώπων σε στούντιο χαρακτηρίζονταν απο δυσκαμψία σώματος και από -ανάλογα- εχθρικό ή τρομαγμένο βλέμμα, κάτι που αποδεικνύεται από τις πόζες τους.
Μετά ήρθε η μεσολάβηση του φωτογράφου με πολύ καθορισμένες δομές για τους φωτογραφιζόμενους, που ποζάριζαν για τις δημοφιλείς cabinets cards και cartes-de-visites. Ο φωτογράφος είχε την αποκλειστική εξουσία να μετακινήσει, λυγίσει, συστρέψει, σηκώσει τα πηγούνια, να κατευθύνει τα βλέμματα, τακτοποιήσει τα χέρια και να ζητήσει ακινησία για μέχρι δύο λεπτά, βλέπεται η έκθεση διαρκούσε πολύ περισσότερο τότε.
Αν ο φωτογραφιζόμενος θα καθόταν στη δημοφιλή εκείνη την εποχή αρχαϊκή καρέκλα ή θα στεκόταν όρθιος με τα χέρια ν'ακουμπάνε σε μια στήλη (η παρατεταμένη έκθεση που λέγαμε), καθώς και η επιλογή του φόντου -μια αναπαράσταση λίμνης ή μια εξοχική κατοικία - ήταν στη διακριτική ευχέρεια του φωτογράφου. Η άκαμπτη φορμαλιστική απόδοση των θεμάτων, όπως η προσωπογραφία, θα έκαναν -ανεπαίσθητα- τη μετάβαση σε φωτογραφίες υπαινισσόμενες συναισθηματισμούς και, πολύ αργότερα, πιο σκανδαλώδεις εκδηλώσεις τρυφερότητας.


δύο γυναίκες μεταμφιεσμένες 
σαν ταυρομάχος και σπανιόλα

Συρρέουν στα στούντιο για ν'αποκτήσουν φωτογραφίες τους που καλύπτουν τις επιθυμίες τους, οι οποίες θα δοθούν ή θα αποσταλούν σε φίλους σαν αποδεικτικά της φιλίας τους. Άλλοι ποζάρουν με έναν τρόπο που υποδηλώνει -μόλις- τις ελάχιστες ερωτικές προθέσεις ή λειτουργεί σαν υπενθύμιση ότι δεν πρέπει να λησμονηθούν. Άλλοι υποδύονται τους σκεπτικούς υποδηλώνοντας έτσι τη σοβαρότητα και την ευφυΐα. Τη συγκεκριμένη περίοδο, οι φωτογραφιζόμενοι είχαν εντολή να ατενίζουν μακριά από την κάμερα σύμφωνα με τους κώδικες σεμνότητας της εποχής. Η σεμνότητα, η ακαμψία και η έλλειψη συναισθηματικής έντασης ήταν τα κύρια χαρακτηριστικά της που έπρεπε να παρουσιάζουν οι φωτογραφιζόμενοι· ισχυρή επιρροή θρησκευτικού συντηρητισμού. Η ανεξάρτητη όμως κουλτούρα των Αμερικανών θα το αλλάξει αυτό. Αντί να παίζει τον λογοκριτή, ο φωτογράφος ενθάρρυνε τους φωτογραφιζόμενους να φαίνονται πιό "ζωντανοί", ζωηροί και ενδιαφέροντες, ποιότητες ταυτόσημες με την έννοια του σύγχρονου πολίτη. Ταυτόχρονα οι ίδιοι οι φωτογραφιζόμενοι αλλάζουν, επιλέγουν, υποδεικνύουν αλλά πιο πολύ απ'όλα απαιτούν. Θέλουν μερίδιο απο τις επιθυμίες της εποχής τους, θέλουν μερίδιο απο το ήμουν και εγώ εκεί, επιδιώκουν συνειδητά την υστεροφημία. 



ο ναύτης και το κορίτσι του

Παρά ταύτα, η γυμνή πραγματικότητα ενός τοίχου στούντιο ήταν πολύ φτωχή για το μεγαλείο που αναζητούσε ο φωτογραφιζόμενος. Εδώ υπεισέρχεται η τέχνη του φόντου. Οι φωτογράφοι της εποχής, όπως ο περίφημος Ναπόλεον Σαρόνι, μετέτρεπαν τα στούντιο τους σε θεατρικές σκηνές με ένα από τα πιο γοητευτικά εργαλεία της οπτικής απάτης: το ζωγραφισμένο φόντο. Αυτά τα υφασμάτινα παραπετάσματα, φιλοτεχνημένα με σκηνογραφική λεπτομέρεια, δεν ήταν απλά διακοσμητικά στοιχεία. Ήταν πύλες. Επέτρεπαν στον μέσο άνθρωπο του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα να δραπετεύσει από την πεζή καθημερινότητα και να κατοικήσει, έστω για λίγα δευτερόλεπτα ακινησίας, σε έναν κόσμο που η κοινωνική του τάξη, η γεωγραφία ή η οικονομική του κατάσταση του στερούσαν.



Ναπολέων Σαρόνι

Γιατί όμως ήταν τόσο απαραίτητη αυτή η σκηνοθεσία; Η απάντηση κρύβεται στην ανάγκη για αυτο-αναπαράσταση. Ο φωτογραφιζόμενος δεν ερχόταν στο στούντιο για να δείξει ποιος είναι, αλλά ποιος θα ήθελε να είναι ή πώς θα ήθελε να τον θυμούνται.

    «Η φωτογραφία είναι η αλήθεια, αλλά το ζωγραφισμένο φόντο είναι η αλήθεια της επιθυμίας.»

Η πόζα μπροστά από ένα ζωγραφισμένο φόντο ήταν μια τελετουργία μετάβασης. Ο στρατιώτης που πόζαρε μπροστά από μια σκηνή μάχης ενίσχυε την εικόνα του ήρωα. Η νεαρή γυναίκα που στεκόταν μπροστά από μια ιταλική βίλα υιοθετούσε την αύρα μιας κοσμοπολίτισσας περιηγήτριας. Το φόντο λειτουργούσε ως οπτικό συμπλήρωμα του εγώ, γεμίζοντας τα κενά της πραγματικής ζωής με το χρώμα της φαντασίας.
Η επιτυχία αυτής της φαντασίωσης βασιζόταν σε μια λεπτή ισορροπία μεταξύ φωτός και σκιάς. Οι ζωγράφοι των φόντων χρησιμοποιούσαν την τεχνική της οφθαλμαπάτης (trompe-l'œil), δίνοντας έμφαση στην προοπτική ώστε να δημιουργείται η αίσθηση του βάθους.

Όταν ο φωτογράφος χρησιμοποιούσε μικρό βάθος πεδίου, το ζωγραφισμένο φόντο θόλωνε ελαφρώς, κάνοντας τη διάκριση μεταξύ του πραγματικού (το μοντέλο) και του τεχνητού (το πανί) σχεδόν αδύνατη. Η χρήση αληθινών αντικειμένων στο προσκήνιο —μια πραγματική καρέκλα μπροστά από μια ζωγραφιστή βιβλιοθήκη, ή λίγη άμμος στο πάτωμα μπροστά από μια ζωγραφιστή θάλασσα— γεφύρωνε το χάσμα των δύο κόσμων. 
Τα ζωγραφισμένα φόντα επέτρεπαν την «κοινωνική αναρρίχηση» μέσω της εικόνας, ειδικά σε εποχές χωρίς διαδίκτυο και τηλεόραση. Ένας μετανάστης στην Αμερική έστελνε πίσω στην πατρίδα μια φωτογραφία του μπροστά από ένα επιβλητικό μέγαρο. Η οικογένειά του δεν χρειαζόταν να ξέρει ότι το μέγαρο ήταν από κάμποτο και μπογιά· η εικόνα αρκούσε για να επικυρώσει την επιτυχία του.
Παράλληλα, υπήρχε και η διάσταση της καθαρής απόδρασης (escapism). Σε περιόδους πολέμου ή οικονομικής κρίσης, το να στέκεσαι μπροστά από έναν ήρεμο κήπο ήταν μια μορφή ψυχολογικής ανακούφισης. Το στούντιο γινόταν ένας χώρος όπου ο χρόνος σταματούσε και οι περιορισμοί της πραγματικότητας έπαυαν να ισχύουν.

Αν και κατά τον 19ο αιώνα η φωτογραφία ήταν προνόμιο των αστών, η λαϊκή φωτογραφία, από τις αρχές έως τα μέσα του 20ού αιώνα, ήταν το «ψωμί» της συλλογικής μνήμης των απλών ανθρώπων. Σε μια κοινωνία που προσπαθούσε να επουλώσει τις πληγές του πολέμου και να επιβιώσει μέσα από τη μετανάστευση και την αστυφιλία, τα επαρχιακά και συνοικιακά φωτογραφεία προσέφεραν μια προσιτή, σχεδόν μαγική πολυτέλεια.
Ο ζωγραφισμένος καμβάς έγινε το σκηνικό πάνω στο οποίο οι άνθρωποι «έντυναν» τις ελπίδες τους, δημιουργώντας μια παράλληλη πραγματικότητα, πιο φωτεινή, πιο πλούσια και πιο «καθαρή» από τη σκληρή καθημερινότητά τους.



© periopton.art

Βέβαια στα λαϊκά στούντιο της εποχής, οι καμβάδες δεν διέθεταν την τέλεια προσομοίωση των μεγάλων ευρωπαϊκών σαλονιών. Είχαν μια δική τους, χαρακτηριστική ναΐφ αισθητική. Οι δημιουργοί αυτών των φόντων ήταν συχνά επιγραφοποιοί, λαϊκοί ζωγράφοι, ή ακόμα και οι ίδιοι οι φωτογράφοι που τα έφτιαχναν με λαδομπογιές ή υδατοχρώματα πάνω σε φτηνά πανιά. Τα θέματα που κυριαρχούσαν ήταν αυτά που ανταποκρίνονταν στις κυρίαρχες επιθυμίες της εποχής: το αστικό όνειρο, η επιθυμία του ταξιδιού (και της φυγής), η βουκολική ειδυλλία, που καμία σχέση δεν είχαν με τον ξερό, τραχύ τόπο (και της ελληνικής) υπαίθρου. Μία φύση εξιδανικευμένη, απαλλαγμένη από τον μόχθο του χωραφιού.

 


Άμπι Ρόμπινσον
από την ενότητα
“In Camera”
εσωτερικά στούντιο


Άμπι Ρόμπινσον
από την ενότητα
“In Camera”
εσωτερικά στούντιο

Την πλάνη του ζωγραφισμένου φόντου ενίσχυε ο φωτογράφος επιστρατεύοντας πραγματικά, συχνά φτωχικά, αξεσουάρ που λειτουργούσαν ως γέφυρα ανάμεσα στον φωτογραφιζόμενο και τον καμβά, όπως χαρτονένιες βαρκούλες και ψεύτικα τιμόνια πλοίων ή αρχαϊκές κολώνες από γύψο ή πεπιεσμένο χαρτί, πάνω στις οποίες ακουμπούσαν νωχελικά οι φωτογραφιζόμενοι.




© periopton.art

Αν κοιτάξουμε σήμερα εκείνες τις παλιές φωτογραφίες, η «απάτη» είναι συχνά εμφανής. Βλέπουμε τις ζάρες στο πανί, τις άκρες που δεν εφάπτονται τέλεια στο πάτωμα, την αφύσικη γωνία του φωτός· το φθαρμένο παπούτσι που πατάει πάνω στο φθαρμένο χαλί του στούντιο -σε πλήρη αντίθεση με αυτό που είναι ζωγραφισμένο πίσω του ή τα ταλαιπωρημένα από τη χειρωναξία χέρια. Κι όμως, αυτό είναι που τις κάνει τόσο συγκινητικές.



© periopton.art


Μάικλ Νας, 'ο θαυματοποιός', 1946 Βαρσοβία, Πολωνία

Αυτή ακριβώς η ασυμφωνία μεταξύ του πραγματικού, φθαρμένου σώματος και του ιδεατού, άφθαρτου φόντου είναι που καθιστά τη λαϊκή φωτογραφία της περιόδου ένα συγκλονιστικό μνημείο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Ήταν μια συμφωνία μεταξύ φωτογράφου και φωτογραφιζόμενου που έλεγε: «Ας προσποιηθούμε μαζί ότι ο κόσμος είναι πιο όμορφος και οι ορίζοντές μας πιο ανοιχτοί».
 
Ο καμβάς δεν προσπαθούσε να κοροϊδέψει κανέναν· ήταν μια γενναία δήλωση ότι ακόμα και στις πιο δύσκολες συνθήκες, ο άνθρωπος έχει το δικαίωμα να διεκδικεί, έστω και φωτογραφικά, την ομορφιά. (Κ. Λ.)



επιμέλεια-κείμενο: Κάππα Λάμδα
© periopton

 

Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση
του παρόντος άρθρου (ολόκληρου ή αποσπασμάτων),
καθώς και η χρήση της βασικής σύλληψης του έργου,  
όσο και των επιμέρους (σε χώρο και έννοια) ιδεών.
 

12.3.26

τα οικογενειακά φωτογραφικά άλμπουμ

4' διάβασμα



 

 

 

μια άποψη του Κάππα Λάμδα για τα οικογενειακά φωτογραφικά άλμπουμ

 

 

 

 


οικογενειακό άλμπουμ του Κ. Λ.
© periopton.art

Η φωτογραφία είναι η ύστατη προσπάθεια να κάνουμε την ανάμνηση αθάνατη. Ήδη από το 1859 ο Αμερικανός γιατρός και ποιητής Όλιβερ Γουέντελ Χολμς περιέγραψε τη φωτογραφία ως «καθρέφτη με μνήμη». Αυτή η τεχνητή μνήμη, ως αντικείμενο και υλική απόδειξη της ύπαρξης, σιγά-σιγά διαβρώνεται από τον χρόνο και τα στοιχεία, ενεργοποιώντας μια διαδικασία που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ταυτόχρονα ανησυχητική και γοητευτική, αναπαριστώντας πλήρως την ανθρώπινη ύπαρξη.



Λουκάς Σαμαράς
album 2
επιλογή από οικογενειακές φωτογραφίες

Γενικά, ο φωτογραφικός λόγος είναι το άθροισμα των χρήσεων στις οποίες μπορεί να χρησιμοποιηθεί το μέσο -η λειτουργία του είναι στην πραγματικότητα μια λειτουργία που θέτει όρια, ανάλογα με το είδος των χρήσεων που είναι υπό εξέταση. Το πολιτισμικό πλαίσιο δεν θα καθορίσει ακριβώς το είδος της εικόνας που θα δημιουργηθεί, καθώς οι εικόνες είναι προϊόν πολλών πολύπλοκων και αλληλένδετων παραγόντων. Αυτό που κάνει ο λόγος είναι να αρθρώνει τα είδη των φωτογραφικών δηλώσεων που είναι δυνατά σε μια δεδομένη στιγμή και αυτά είναι, με τη σειρά τους, άρρηκτα συνδεδεμένα με ευρύτερες κοινωνικές συμπεριφορές. Ο λόγος της φωτογραφίας, λοιπόν, είναι μια αντανάκλαση του τρόπου οργάνωσης μιας κουλτούρας. Δεν υπάρχει επίσης καμία αμφιβολία ότι οι αλλαγές στην τεχνολογία έχουν οδηγήσει σε νέους τρόπους χρήσης της φωτογραφίας και αυτό, από μόνο του, μπορεί να επιφέρει ένα είδος ρητορικής μεταβολής. Παλαιότερα, οι αναμνηστικές φωτογραφίες περιορίζονταν στα άλμπουμ της οικογένειας που ήταν στοιβαγμένα στο σαλόνι. Το να ξεφυλλίζεις ένα οικογενειακό άλμπουμ είναι σαν να κοιτάζεις ταυτόχρονα μέσα από μια κλειδαρότρυπα και έναν καθρέφτη. Σε προσκαλεί στον κόσμο ενός άλλου ανθρώπου, αλλά αυτό που συχνά επιστρέφεται είναι οι δικές σου αναμνήσεις. 

Το οικογενειακό άλμπουμ είναι ένα πολύτιμο απόκτημα, αμήχανα προσεγγιζόμενο για τις ασάφειες και αμφισημίες του, ελέγχεται για τα μυστικά του, οδυνηρό κατά ανάκληση γεγονότων και προσώπων που τώρα είναι απόντα. Εμπεριέχει το τετριμμένο και το έντονο, το στιγμιαίο και το σπουδαίο, δεδομένου ότι αμφισβητεί οποιαδήποτε απλή έννοια της μνήμης.
Προσέξτε, οι οικογενειακές αναμνηστικές φωτογραφίες δεν επιδιώκουν να γίνουν κατανοητές από όλους. Πρόκειται για μία υποκειμενική θεώρηση, η απλή απεικόνισή του εμπλουτίζεται από τις έννοιες που εισάγουμε σε αυτό. Μια «εξωτερική» ερμηνεία, μια αξιολόγηση του άλμπουμ κάποιου άλλου, κινείται σε μια διαφορετική σφαίρα: της κοινωνικής ιστορίας, εθνολογίας ή της ιστορίας της φωτογραφίας.


Το να ξεφυλλίζεις ένα οικογενειακό άλμπουμ είναι σαν να κοιτάζεις ταυτόχρονα μέσα από μια κλειδαρότρυπα και έναν καθρέφτη. Σε προσκαλεί στον κόσμο ενός άλλου ανθρώπου, αλλά αυτό που συχνά επιστρέφεται είναι οι δικές σου αναμνήσεις. 

 

 

Λουκάς Σαμαράς
album 2
επιλογή από οικογενειακές φωτογραφίες

Οι συνέπειες αυτών των ζητημάτων όταν σκεφτόμαστε για το οικογενειακό φωτογραφικό άλμπουμ είναι σαφείς: η συμβατικότητα του άλμπουμ, το συχνά περιορισμένο ρεπερτόριο πόζας και θέματος, δηλαδή σεναρίου και σκηνοθεσίας, προέρχεται από την ρητορική της φωτογραφίας, η οποία μεταφράζει τις απόψεις μιας κουλτούρας σε ένα συγκεκριμένο είδος δημιουργίας εικόνων. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν μπορούν να δημιουργηθούν άλλα είδη φωτογραφιών, διότι προφανώς μπορούν, αλλά σε αυτή την περίπτωση οι εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν σε μεγάλο βαθμό τον κανόνα.

Αυτή η διαλεκτική πτυχή της φωτογραφίας ως πρακτική είναι που επιτρέπει στο μέσο να μεταπηδάει μεταξύ όλων των διαφορετικών μορφών του και να εξακολουθεί να θεωρείται φωτογραφία. 
Δεν είναι ένα αμετάβλητο σύνολο ιδιοτήτων, αλλά ένας τρόπος πλαισίωσης ορισμένων ειδών εκφράσεων- κάτι περισσότερο από απλή περιγραφή, λοιπόν, την οποία βέβαια κάνει επίσης πολύ καλά, το μέσο υποδηλώνει μια συγκεκριμένη κατανόηση ενός συγκεκριμένου θέματος - αυτό που βλέπουμε είναι πάντα πρώτα η φωτογραφία, μέσα στις παραμέτρους που ορίζει η  τεχνολογία και το συγκεκριμένο πολιτισμικό πλαίσιο. Έτσι, αν το προσωπικό άλμπουμ αφηγείται μια πραγματική ιστορία, αυτή είναι πάντα αναγκαστικά πλαισιωμένη από τα αναπαραστατικά μοντέλα που παρέχει η κυρίαρχη κουλτούρα. Οι όποιες σχέσεις εξουσίας που δομούν μια κοινωνία λειτουργούν κρυφά μέσω αυτών των μοντέλων, αλλά η υπόθεση ότι  μια φωτογραφία μπορεί να μας δείξει το θέμα της με διαφανή τρόπο χρησιμεύει για να φυσικοποιήσει τον τρόπο με τον οποίο οι φωτογραφίες είναι πάντα εν μέρει κατασκευασμένες δηλώσεις. Οι φωτογραφικές συμβάσεις και οι πολιτισμικές αξίες που ενσωματώνουν εμφανίζονται, λοιπόν, ως άμεσο αποτέλεσμα του τι βλέπουμε - και όχι του πώς.




από το κινηματογραφικό 
Gui lai (Η μεγάλη επιστροφή)
του Ζανγκ Γιμού


Οι φωτογραφίες μας παρέχουν μια καταγραφή της αναπτυσσόμενης αστικής κοινωνίας, και είναι σαφές ότι η ανάλυσή μας πρέπει να διεισδύσει πέρα από τις επιφανειακές εμφανίσεις των συχνά άτεχνων ή (και) αφελών εικόνων που είναι τοποθετημένες ανάμεσα σε φύλλα από χαρτόνι. Το οικογενειακό άλμπουμ έπαιξε τον ρόλο μιας προγονικής γκαλερί, στην οποία, με την παραδοσιακή της μορφή, μπορούσαν να φιλοδοξούν μόνο τα μέλη της αριστοκρατίας. Με αυτή την έννοια, το υλικό των άλμπουμ είναι ενδεικτικό των αξιών και των φιλοδοξιών της κοινωνίας, και αυτή η σύνδεση θα παραμείνει αντικείμενο έρευνας για πολύ καιρό ακόμα. Για αυτόν τον σκοπό, τα ιδιωτικά ημερολόγια και οι επιστολές είναι συχνά απρόσιτα, αλλά τα άλμπουμ μας παρέχουν μια προσβάσιμη είσοδο στους σαλόνια του παρελθόντος.



από το κινηματογραφικό 
Gui lai (Η μεγάλη επιστροφή)
του Ζανγκ Γιμού

Αυτό που κερδίζουμε, λοιπόν, θεωρώντας το οικογενειακό άλμπουμ ως αρχείο, έστω και τυχαία σχηματισμένο, είναι η άμεση πρόσβαση σε αυτές τις ιδέες και σε μια καταγραφή των πραγματικών βιωμένων εμπειριών που έχουν διαμορφωθεί από αυτές. Το πιο σημαντικό είναι ότι αυτό είναι ορατό όχι μόνο στις ίδιες τις εικόνες, στο τι δείχνουν και τι, αντίθετα, απουσιάζει από αυτές, αλλά και στο πώς μια συγκεκριμένη έννοια της οικογένειας, καθώς και οι κατά τα άλλα αθέατες ιστορίες ενός πολιτισμού, έχουν προκύψει μέσω αυτής της διαδικασίας αναπαράστασης. Το άλμπουμ επικοινωνεί μια μυθολογία, που είναι εμφανής τόσο στην προσωπική αφήγηση που περιέχει όσο και στο πολιτισμικό στοιχείο γενικότερα. (Κ. Λ.)



επιμέλεια-κείμενο: Κάππα Λάμδα
© periopton



Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση
του παρόντος άρθρου (ολόκληρου ή αποσπασμάτων)
των εικόνων συμπεριλαμβανομένων

8.3.26

φεμινιστική απεικονιστική: η ομορφιά ως υπόσχεση και ως αδιέξοδο

4' διάβασμα

 

 

 

 

 

 

Έμιλι Κόαν, 
'απόγευμα πριν την επιστροφή', 2025

Το 1975, η Σούζαν Σόνταγκ διατύπωσε μια θέση που παραμένει ενοχλητικά επίκαιρη: «η ομορφιά είναι μια μορφή εξουσίας, αλλά όχι η εξουσία να πράττεις, παρά η εξουσία να ελκύεις. Είναι μια εξουσία που ακυρώνει τον εαυτό της». Η φράση αυτή αντηχεί στο μυαλό όταν παρατηρεί κανείς το σύγχρονο καλλιτεχνικό τοπίο, όπου η γυναικεία μορφή επιστρέφει δυναμικά, αποτυπωμένη από γυναικεία χέρια, σε αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «φεμινιστική απεικονιστική Άνοιξη» . Αναρωτιέται κανείς αν η επισήμανση της Σόνταγκ ισχύει ακόμα σε μια εποχή όπου η προσοχή είναι το πολυτιμότερο νόμισμα και η εικόνα ενός «hot girl» μοιάζει να είναι το ασφαλέστερο διαβατήριο για να σπάσει κανείς τον αλγόριθμο.

Η συζήτηση για το αν η ομορφιά αποτελεί δύναμη ή παγίδα επανέρχεται από τις απαρχές της φεμινιστικής τέχνης. Σήμερα, μια νέα γενιά καλλιτέχνιδων διερευνά αυτή ακριβώς την ένταση, όχι απλά εικονογραφώντας το δίλημμα, αλλά διαλύοντας τα όρια μεταξύ αυτής της "hot girl" αισθητικής και της βαθιάς κοινωνικής κριτικής. Δεν ζωγραφίζουν απλώς όμορφα πρόσωπα· χαρτογραφούν την πολυπλοκότητα του να είσαι γυναίκα σήμερα.

Η Κλόι Γουάιζ, για παράδειγμα, δημιουργεί πίνακες που μοιάζουν σαν σκηνές από ένα σουρεαλιστικό δείπνο όπου η κατανάλωση τροφής και η κατανάλωση του γυναικείου σώματος ταυτίζονται. Σε έργα σαν αυτά της σειράς «Torn Clean», οι μορφές της είναι υπερβολικά επίγνωστες του βάρους της διατήρησης των κοινωνικών προσχημάτων . Η Γουάιζ σχολιάζει πως τα χαμόγελα σπάνια εμφανίζονται στην παραδοσιακή προσωπογραφία — ήταν για τους τρελούς ή τους γελωτοποιούς. Οι δικές της γυναίκες είναι ίσως και τα δύο: θύματα και θύτες μιας παράστασης που επιβάλλει η σύγχρονή πραγματικότητα.


 

Κλόι Γουάιζ, 
'ξύπνα, μεταμορφώσου και αναρριχήσου', 2025

Αμπέρα Γουέλμαν, 
'άνθρωποι αγαπημένοι και μη αγαπημένοι', 2025

Κάρολι Σνίμαν, 
'Μέχρι τα όριά της' 
Μπλε, 1973–76-2011, 
φωτο: Henrik Gaard.
 

Στον αντίποδα, η Αμπέρα Γουέλμαν αναδομεί τη γυναικεία μορφή. Τα έργα της είναι μια ωδή στη ρευστότητα. Τα σώματα που ζωγραφίζει μοιάζουν να συγχωνεύονται το ένα μέσα στο άλλο, δημιουργώντας μια αίσθηση επιθυμίας που δεν απευθύνεται στο ανδρικό βλέμμα, αλλά στην ίδια τη γυναικεία εμπειρία. Είναι άμορφα, κουήρ, αρνούνται πεισματικά να υπακούσουν σε δυϊσμούς, συγχέονται με το φόντο, πολλαπλασιάζονται και αλλάζουν φύλο μπροστά στα μάτια μας . Δεν διεκδικούν απλώς μια θέση στο βλέμμα, αλλά αμφισβητούν την ίδια τη δυνατότητα του βλέμματος να τις ταξινομήσει. Η αναφορά της στην περίφημη φράση της Σιμόν ντε Μπωβουάρ, «Δεν γεννιέσαι γυναίκα, γίνεσαι», είναι εδώ εμφανής. Η Γουέλμαν απογυμνώνει τα υποστρώματα της ζωγραφικής της, αφήνοντας ορατές τις προηγούμενες πινελιές, όπως ακριβώς η ταυτότητα είναι ένα παλίμψηστο κοινωνικών επιταγών και προσωπικών επαναδιαπραγματεύσεων.

Η Σάσα Γκόρντον ωθεί το παιχνίδι στα άκρα, υιοθετώντας τη γλώσσα του τρόμου και του σινεμά επιβίωσης. Η Γκόρντον, κόρη Πολωνοαμερικανού πατέρα και Κορεάτισσας μητέρας, χρησιμοποιεί το σώμα της για να αφηγηθεί ιστορίες εσωτερικευμένης φετιχοποίησης και αορατότητας. Η ομορφιά εδώ δεν είναι απλά προβληματική. Είναι βία. 
Για τη Γκόρντον, η απεικόνιση της θηλυκότητας με όρους ομορφιάς και αυτοπεποίθησης είναι μια πράξη αντίστασης ενάντια σε αιώνες αποκλεισμού. Εδώ, η ομορφιά δεν είναι «παγίδα», αλλά διεκδίκηση χώρου σε μια ιστορία τέχνης που την αγνοούσε.
 Η Εμιλι Κόαν, από την άλλη, καταφεύγει σε παραμυθένια τοπία εμπνευσμένα από την κοιλάδα του Χάντσον. Οι περίπλοκες, πολυεπίπεδες συνθέσεις της, φέρνουν στο προσκήνιο γυναίκες που έρχονται αντιμέτωπες με τη θηλυκότητα, την εργασία και την εξουσία . Υπάρχει μια τελετουργική διάσταση στη δουλειά της, μια αίσθηση μαγείας που δεν είναι αθώα, αλλά λειτουργεί ως όχημα για να ειπωθούν ιστορίες δύναμης και ευαλωτότητας σε ένα φαντασιακό, αλλά βαθιά αληθινό, σύμπαν.

Η Ρεν Λάιτ Παν, μια τρανς Κινεζοαμερικανίδα καλλιτέχνις, φέρνει στο προσκήνιο το ζήτημα της ορατότητας και της απόκρυψης με μοναδικό τρόπο. Στα γυμνά αυτοπορτρέτα της, συχνά σηκώνει ένα χαλαρό ρούχο πάνω από το κεφάλι της, αποκαλύπτοντας το στήθος και το πέος της αλλά κρύβοντας το πρόσωπό της . Είναι μια χειρονομία ταυτόχρονα αποκαλυπτική και συγκρατημένη, μια άρνηση να παραδοθεί πλήρως στο βλέμμα. Η χρήση της μελάνης σε μουσαμά και η εμφάνιση αριθμών στα έργα της —σαν καταχωρητική ένδειξη σε αστυνομική φωτογραφία— υπογραμμίζουν την αυθαιρεσία της αξίας και τη βία της ορατότητας . Η Παν μοιάζει να αναρωτιέται: τι σημαίνει να σε βλέπουν, όταν το να σε βλέπουν σημαίνει να σε μετρούν, να σε κατηγοριοποιούν, να σε απειλούν;

 


Κίρθανα Κουνάθ
'Η Σάντρα ποζάρει σαν ινδουιστική θεά'


Χάνα Βίλκε
075

Χάνα Βίλκε,
Super-t-Art, 1974

Ρεν Λάιτ Παν, 
From Five (no. 2), 2025

Ρεν Λάιτ Παν, 
Άτιτλο, 2025


Σάσα Γκόρντον, 
'πόρνες στη σοφίτα', 2024 

 

Κάθριν Όπι
'η Σούζαν καλλωπίζεται' 1990
 

Τέλος, η Κίρθανα Κουνάθ, από την Κεράλα της Ινδίας, μεταφέρει τη συζήτηση στον φακό της φωτογραφίας. Η σειρά της «Not What You Saw» απεικονίζει γυναίκες bodybuilders από τη Νότια Ινδία ντυμένες με παραδοσιακά mundu και στηθόδεσμους, να επιδεικνύουν τους μυς τους . Η σύνθεση είναι εκρηκτική: η δύναμη του σώματος συναντά την πολιτισμική παράδοση, αμφισβητώντας τα ξεπερασμένα πρότυπα ομορφιάς και τα έμφυλα στερεότυπα. Η Κουνάθ, που η ίδια παλεύει με ζητήματα ψυχικής υγείας και σεξουαλικότητας, χρησιμοποιεί την τέχνη της για να κάνει ορατό το «μη συμμορφούμενο» . Οι μυώδεις γυναίκες της, με το λευκό τους ύφασμα και τους μυς στα χέρια, δεν ζητούν απλώς να τις θαυμάσουν· απαιτούν να επαναπροσδιορίσουν το ίδιο το νόημα της θηλυκότητας.


Επιστρέφοντας στη Σόνταγκ, η ομορφιά που παράγει αυτή η γενιά καλλιτέχνιδων δεν είναι ποτέ στατική ή απλά θελκτική. Είναι μια ομορφιά επιθετική, φοβική, υποχωρητική, μαχητική. Η εξουσία της δεν βρίσκεται στην παθητική έλξη, αλλά στην ενεργητική αποδόμηση του βλέμματος που την αντικειμενοποιεί. 
Η ομορφιά στην τέχνη τους λειτουργεί ως «δούρειος ίππος». Σε ελκύουν με την αισθητική αρτιότητα, αλλά μόλις πλησιάσεις, σε φέρνουν αντιμέτωπο με την ειρωνεία, την πολιτική και την υπαρξιακή αγωνία. Η Σόνταγκ είχε δίκιο στο ότι η ομορφιά από μόνη της είναι μια φυλακή. Όμως, αυτή η νέα γενιά καλλιτέχνιδων φαίνεται να βρήκε το κλειδί: χρησιμοποιούν τη φυλακή ως σκηνικό για να εκθέσουν τους δεσμοφύλακες.

Ίσως τελικά η δύναμη της ομορφιάς σήμερα να μην είναι η δύναμη να προσελκύεις, αλλά η δύναμη να χρησιμοποιείς αυτή την έλξη για να πεις μια αλήθεια που διαφορετικά κανείς δεν θα σταματούσε να ακούσει. (Κ. Λ.)

 

επιμέλεια-κείμενο: Κάππα Λάμδα
© periopton



Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση
του παρόντος άρθρου (ολόκληρου ή αποσπασμάτων 

5.3.26

Το Φεγγάρι που Έπεσε από τον Ουρανό

 

 

 

 

 

📸© Κ.Λ.
all rights reserved

 

 Όταν έπεσε το Φεγγάρι, έπεσε από τον ουρανό,
από τον ουρανό στη βεράντα.
Όταν έπεσε το Φεγγάρι, έπεσε από τον ουρανό,
και κανείς δεν τον είδε να πέφτει.
Ο Θεός της Καταιγίδας άφησε τη βροχή να πέσει, άφησε τη βροχή να πέσει πάνω του,
το Φεγγάρι που έπεσε από τον ουρανό.
Άφησε τη βροχή να πέσει πάνω του.
Ο φόβος τον κυρίευσε, το Φεγγάρι που έπεσε από τον ουρανό,
φοβισμένο στη βεράντα.
Η αγωνία τον κυρίευσε, τον Θεό της Καταιγίδας που άφησε τη βροχή να πέσει,
άφησε τη βροχή να πέσει από τον ουρανό
στο Φεγγάρι στη βεράντα. (μτφρ. Κ. Λ.)

ⓘ η μετάφραση είναι πρωτότυπη 
και υπόκειται σε πνευματικά δικαιώματα 


(από Χαττιανό - Χεττιτικό κείμενο του 1350–1190 π.Χ.) 
μετάφραση στα Αγγλικά από τη Ναόμι Χάρις 

 

 

επιμέλεια-εικόνα-μετάφραση: Κάππα Λάμδα
© periopton



Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση
του παρόντος άρθρου (ολόκληρου ή αποσπασμάτων)
 

23.2.26

Μουσείο Σύγχρονης Φωτογραφίας, επετειακή έκθεση για τα 50 χρόνια του

4' διάβασμα

 

 

 

 

 



© Ραούλ Κοράλες, 
'Μαρία και Μάριο. Δύο φωτογράφοι, δύο εποχές, δύο χώρες', 1980
 

Το 2026, το Μουσείο Σύγχρονης Φωτογραφίας (MoCP) στο Κολλέγιο Κολούμπια -Σικάγο, σηματοδοτεί την 50ή επέτειό του, ένα ορόσημο που προκαλεί προβληματισμό σχετικά με τη μεταβαλλόμενη κατάσταση της φωτογραφίας στο πολιτιστικό τοπίο. Ιδρύθηκε το 1976 και ξεκίνησε τη συλλογή του το 1979, το μουσείο έχει αποκτήσει πάνω από 18,000 έργα από περισσότερους από 2,000 καλλιτέχνες, σχηματίζοντας μια συλλογή που καταγράφει μισό αιώνα αισθητικών, πολιτικών και τεχνολογικών αλλαγών. Η επετειακή έκθεση 'MoCP at Fifty: Collecting Through the Decades' λειτουργεί τόσο ως εορταστική χειρονομία όσο και ως κριτική έρευνα για το πώς τα ιδρύματα διαμορφώνουν τη φωτογραφική ιστορία. Προσφέρει μια ευκαιρία να κοιτάξουμε πίσω στις εξελισσόμενες προτεραιότητες του μουσείου και να εξετάσουμε πώς αυτές έχουν διασταυρωθεί με ευρύτερες συζητήσεις στη σύγχρονη τέχνη. Η άνοδος της φωτογραφίας από περιφερειακό μέσο σε κεντρική πολιτιστική δύναμη είναι αποτυπωμένη στην τροχιά του μουσείου. Στα 50 του, το MoCP στέκεται τόσο ως αρχείο όσο και ως συνομιλητής, ασχολούμενο με το παρελθόν, παραμένοντας συντονισμένο με το μέλλον της φωτογραφίας.



© Ούτα Μπαρθ, 
'Πεδίο #3', 1995

Η προέλευση του μουσείου συμπίπτει με μια περίοδο που η φωτογραφία εξακολουθούσε να διαπραγματεύεται τη νομιμότητά της στον κόσμο της τέχνης. Στη δεκαετία του 1970, η φωτογραφική πρακτική συχνά υποβιβαζόταν σε τεκμηριωτικά ή εμπορικά πλαίσια, με τα ιδρύματα καλών τεχνών να διστάζουν να αποδεχτούν τις εννοιολογικές δυνατότητές της. Κατά τη διάρκεια των επόμενων δεκαετιών, το MoCP ήταν μέρος ενός παγκόσμιου κινήματος για τον επαναπροσδιορισμό της φωτογραφίας ως πνευματικά απαιτούμενη και αποφασιστικής σημασίας πρακτική. Η συλλογή του αντανακλά τις μετατοπίσεις από τον μοντερνιστικό φορμαλισμό στη μεταμοντέρνα κριτική, από τις αναλογικές διαδικασίες έως τον ψηφιακό και μετα-ψηφιακό πειραματισμό. Αυτές οι μεταβάσεις αντικατοπτρίζουν ευρύτερους κοινωνικούς και τεχνολογικούς μετασχηματισμούς, υπογραμμίζοντας την ικανότητα της φωτογραφίας να καταγράφει την ιστορική αλλαγή. Η ανάπτυξη του μουσείου είναι αδιαχώριστη από την ιστορία της επέκτασης των ορισμών της φωτογραφίας.

Βασικά, η ιστορία του MoCP αποκαλύπτει επίσης την πολιτική της συλλογής και των ευθυνών που συνοδεύουν τη θεσμική εξουσία. Οι πρώτες δεκαετίες της συλλογής χαρακτηρίστηκαν από σημαντικές παραλείψεις, ιδιαίτερα την υποεκπροσώπηση των γυναικών και των έγχρωμων καλλιτεχνών. Τα κενά αυτά δεν ήταν αποτέλεσμα καλλιτεχνικής απουσίας αλλά δομικών προκαταλήψεων που διαμόρφωσαν πολιτικές απόκτησης και επιμελητικών προτεραιοτήτων. Τις επόμενες δεκαετίες, η συλλογή έγινε μια σκόπιμη πράξη διόρθωσης, επιδιώκοντας να διευρύνει τον κανόνα και να αναγνωρίσει ποικίλες πρακτικές και προοπτικές. Η Κάρεν Ιρβάιν, επιμελήτρια και αναπληρώτρια διευθύντρια, αναλογίζεται αυτή την εξελισσόμενη αποστολή, δηλώνοντας: «Πάνω από πέντε δεκαετίες, το MoCP έχει χτίσει μια συλλογή που ανιχνεύει τη μετατόπιση του πολιτιστικής, πολιτικής και οπτικής ιστορίας. Αυτή η στιγμή μας επιτρέπει να κοιτάξουμε πίσω με περισυλλογή και να γιορτάσουμε τα έργα της συλλογής, γνωρίζοντας ότι κάθε φωτογραφία που διαχειριζόμαστε γίνεται μέρος μιας μεγαλύτερης συζήτησης για το πώς οι εικόνες διαμορφώνουν την κατανόησή μας για τον κόσμο. Τα λόγια της αναδεικνύουν την επίγνωση του μουσείου ότι η συλλογή είναι μια ενεργή, ηθική και πολιτική διαδικασία και όχι μια ουδέτερη συσσώρευση αντικειμένων.


© Γουέι Σεν, 
'φωτογραφική στιγμή', 
Guilin, Guangxi Province, 2013

© Μάριο Αλγκάζε, 
'μαλλί της γριάς', 
Mexico D.F., 1981

© Μάρσαλ Σετλ, 
'Wonder Lodge', 2013

© Μπομπ Θαλ,
 Σικάγο, 1982

Η επετειακή έκθεση συγκεντρώνει περισσότερα από 100 έργα που αποτελούν παράδειγμα του εύρους των εκθεμάτων του MoCP. Στους καλλιτέχνες που έχουν παρουσιαστεί περιλαμβάνονται οι Τζόελ Στέρνφελντ, Μπάρμπαρα Κρέιν, Μάθιου Φίνλεϊ, Κάρι Μέι Γουίμς, Γιασουχίρο Ισιμότο, Νταγιανίτα Σινγκ, Μπομπ Θαλ και 
Καρλότα Κόρπρον μεταξύ άλλων. Οι έγχρωμες φωτογραφίες του Στέρνφελντ προσφέρουν ένα αθόρυβα εμβόλιμο πορτρέτο της αμερικανικής ζωής, αποκαλύπτοντας αντιφάσεις ενσωματωμένες σε καθημερινές σκηνές. Οι πειραματικές συνθέσεις του Κρέιν ωθούν τη φωτογραφία προς την αφαίρεση, εξερευνώντας τη μορφή, την επανάληψη και την αντίληψη. Η εργασία της Γουίμς διερευνά ιστορίες φυλής, φύλου και εκπροσώπησης, ενώ τα εννοιολογικά έργα της Σινγκ αμφισβητούν τον τρόπο με τον οποίο οργανώνονται, αρχειοθετούνται και διαδίδονται οι εικόνες. Οι μοντερνιστικές μελέτες της αρχιτεκτονικής του Ισιμότο και οι αναζητήσεις του Θαλ για το τοπίο βρίσκονται παράλληλα με τα αφηρημένα φωτογράμματα της Κόρπρον, αποδεικνύοντας την αισθητική ποικιλομορφία της συλλογής.

Βασικά θέματα που αναδύονται από την έκθεση' MoCP at Fifty' περιλαμβάνουν την πολιτική της συλλογής, την εξέλιξη των φωτογραφικών τεχνολογιών και τον ρόλο του μουσείου στη διαμόρφωση των προτύπων. Αντιπαραθέτοντας έργα από διαφορετικές δεκαετίες, η έκθεση αποκαλύπτει πώς εξακολουθούν να υπάρχουν ορισμένες ανησυχίες, ενώ άλλες αναδύονται ως απάντηση στα μεταβαλλόμενα πλαίσια. Οι εννοιολογικές πρακτικές που κάποτε θεωρούνταν περιθωριακές είναι πλέον κεντρικές για τον σύγχρονο λόγο, ενώ οι προσεγγίσεις τεκμηρίωσης συνεχίζουν να προσαρμόζονται στις νέες πολιτικές πραγματικότητες. Η έκθεση παρακολουθεί επίσης τη μετάβαση από το αναλογικό στις ψηφιακές διαδικασίες, υπογραμμίζοντας τον τρόπο με τον οποίο η τεχνολογική αλλαγή αναδιαμορφώνει την οπτική γλώσσα και την εμπλοκή του κοινού. Συλλογικά, τα έργα υπογραμμίζουν την ικανότητα της φωτογραφίας να ταλαντεύεται μεταξύ τεκμηρίωσης και εικασίας, μεταξύ ευρετηρίου και επινόησης. Η έκθεση καλεί τελικά τους θεατές να εξετάσουν πώς οι θεσμοί κατασκευάζουν αφηγήσεις και πώς θα μπορούσαν να επαναπροσδιοριστούν αυτές οι αφηγήσεις.

 

 

© Τζόελ Στέρνφελντ, 
'Κοντά στη Λίμνη Πάουελ', 
Αριζόνα,1979

© Τζέι Κινγκ, 
'χωρίς τίτλο', 
από την ενότητα Changing Chicago Project, 1987–1988

© Σίλα Πρι Μπράιτ, 
'Άτιτλο 8', 
από την ενότητα «Suburbia», 2006

© Μιράζ Πατέλ, 
'Άτιτλο', 2021


Σε μια εποχή κορεσμένη με εικόνες, εκθέσεις όπως το 'MoCP at Fifty' προσφέρουν μια ζωτικής σημασίας αντίστιξη στην εφήμερη ποιότητα της ψηφιακής κουλτούρας. Μας υπενθυμίζουν ότι η φωτογραφία έχει μια ιστορία που διαμορφώνεται από ιδρύματα, καλλιτέχνες και κοινό και ότι αυτή η ιστορία παραμένει ανοιχτή στην αναθεώρηση. Ως εκ τούτου, η επετειακή έκθεση του MoCP δεν είναι απλώς ένας εορτασμός της μακρόχρονης παρουσίας του, αλλά ένας στοχασμός για την ευθύνη, τη δύναμη και τη δημιουργία του νοήματος. Σήμερα, το μουσείο στέκεται τόσο ως κηδεμόνας όσο και ως προβοκάτορας, διατηρώντας το παρελθόν, ενώ αμφισβητεί τις δικές του αφηγήσεις. Η φωτογραφία, όπως καθιστά σαφές αυτή η έκθεση, ποτέ δεν μένει ακίνητη, εξελίσσεται σε διάλογο με τον κόσμο που επιδιώκει να αναπαραστήσει και να επαναπροσδιορίσει.

 

'MoCP at Fifty: Collecting Through the Decades'  μέχρι τις 16 Μαΐου

 

 

επιμέλεια-κείμενο: Κάππα Λάμδα
© periopton



Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση
του παρόντος άρθρου (ολόκληρου ή αποσπασμάτων)

 

 

Το άρθρο αντλεί πληροφορίες από aestheticamagazine
 

21.2.26

Γκουίντο Γκουίντι, το άλμουμ του χρόνου

3.30' διάβασμα

 

 

 

'Col tempo, 1956–2024'


In Veneto 1984-89
© Guido Guidi


Το LE BAL αποτίει φόρο τιμής στον Γκουίντο Γκουίντι, μια εξέχουσα προσωπικότητα της ευρωπαϊκής φωτογραφίας. Από τη δεκαετία του 1960, η συνεισφορά του στη γλώσσα της εικόνας έχει δώσει ζωή σε μια από τις πιο χαρακτηριστικές οπτικές ποιητικές εκφράσεις της εποχής μας. Για πρώτη φορά στο LE BAL, 70 χρόνια με τη ματιά του παίρνουν μορφή σε 400 vintage εκτυπώσεις που δημιούργησε ο καλλιτέχνης, σε συνεργασία με το MAXXI – Museo nazionale delle arti del XXI secolo στη Ρώμη.

Ο Γκουίντο Γκουίντι, γεννημένος στην Ιταλία το 1941, ανήκει σε μια γενιά καλλιτεχνών που μεταμόρφωσαν βαθιά τη σχέση μεταξύ της φωτογραφικής γλώσσας και της αντίληψης του τοπίου. Η προσοχή του στρέφεται τόσο σε θραύσματα καθημερινών, φαινομενικά αδιάφορων τοπίων στη Ρομάνια—την περιοχή όπου έχει πάντα ζήσει—όσο και σε εμβληματικά έργα σημαντικών προσωπικοτήτων της αρχιτεκτονικής. Δίνοντας ίση σημασία στο κοινότοπο και το μνημειώδες, στις παραβλεπόμενες λεπτομέρειες καθώς και στις καθοριστικές μορφές, σταδιακά διαμόρφωσε μια ριζοσπαστική θέση, μέχρι το σημείο να αναγνωρίζεται σήμερα από τους συναδέλφους του ως βασική αναφορά στην ιστορία του μέσου.



Col tempo, 1956–2024
© Guido Guidi

Col tempo, 1956–2024
© Guido Guidi

Col tempo, 1956–2024
© Guido Guidi

Col tempo, 1956–2024
© Guido Guidi

Η έκθεση κινείται πάνω στη γραμμή μιας «ποιητικής της προσοχής»—μια πρόσκληση να παραμείνουμε, να παρατηρήσουμε πραγματικά, να αγγιχτούμε από τη σκιά—όχι ως κενό, αλλά ως ένας τόπος όπου το φως, ο χώρος και η μνήμη συναντιούνται. Η επιμελητική επιλογή να διασπάσει τη φωτογραφική ενότητα υπέρ των ποιητικών και μορφικών εντάσεων ενισχύει την ιδέα της φωτογραφίας όχι ως περιγραφή, αλλά ως πρόκληση· όχι ως επιβεβαίωση, αλλά ως διερεύνηση.

Σε μια εποχή που κυριαρχείται από την επείγουσα ανάγκη και την υπερβολική έκθεση, οι εικόνες του Γκουίντι μας υπενθυμίζουν ότι το να βλέπεις είναι ήδη το να σκέφτεσαι, ότι στη σκιά κρύβεται μια μορφή αλήθειας, και ότι ίσως μόνο μέσω αυτού που μας διαφεύγει—μέσω του κενού, της σιωπής και της περισυλλογής—μπορούμε πραγματικά να μάθουμε να κατοικούμε ξανά τον κόσμο.

Αυτό το απίστευτα διακριτικό δώρο που προσφέρει στον θεατή προέρχεται από την εστίαση σε λίγα μόνο βασικά στοιχεία: το φως και τις παραλλαγές του, τους πιο καθημερινούς χώρους ή τα πιο συνηθισμένα πράγματα ακριβώς μπροστά μας. Και βέβαια τη σκιά. Στην πραγματικότητα, η σκιά είναι το σημείο όπου το φως, ο χώρος και η ροή του χρόνου συγκλίνουν.



Ronta, 11.08.1999 
© Guido Guidi

Treviso, 1979
© Guido Guidi

Fosso Ghiaia, 1971
© Guido Guidi

Preganziol, 1983 
© Guido Guidi

Ronta, 2023
© Guido Guidi

Οι φωτογραφίες του αποτελούνται από σκιές και αντανακλάσεις, από μερικώς κρυμμένες ανθρώπινες παρουσίες, από λωρίδες φωτός και εύθραυστα ίχνη. Καταλαμβάνουν έναν είδος «διακριτικού» χώρου στην αντίληψή μας—θα μπορούσαν σχεδόν να περάσουν απαρατήρητες. Δεν ζητούν επιτακτικά την προσοχή· αντίθετα, φαίνεται να είναι εστιασμένες στο να την προσφέρουν στα πιο ταπεινά αντικείμενα, στους πιο απλούς χώρους. Αυτό δημιουργεί κάτι αρκετά ιδιαίτερο: ο θεατής έχει την ευκαιρία να εξαγνίσει το βλέμμα του, να βγει έξω από ένα καθεστώς συνεχούς γοητείας που συχνά διέπει την παρατήρησή μας. Αυτό το βλέμμα έχει έναν σκοπό: να προσφέρει αυτό που πιστεύουμε ότι αξίζει να δει κανείς, ελπίζοντας ότι μπορεί επίσης να τραβήξει την προσοχή των άλλων —και ίσως ακόμη και της ίδιας της ιστορίας.
Η προσοχή, ειδικά σήμερα, κατέχει έναν ισχυρό πολιτικό ρόλο: αντιστέκεται στον κυνισμό, την διάβρωση των πολιτιστικών αξιών και την εκμεταλλευτική στάση που συχνά υιοθετούμε απέναντι στα πράγματα, το περιβάλλον και ο ένας στον άλλον. Μια κοινωνία αρχίζει να χάνει τον εαυτό της όταν σταματά να δίνει προσοχή στα πράγματα, τις χειρονομίες και τις στάσεις. Πρέπει να θυμόμαστε τι έγραψε η Σιμόν Βέιλ: ότι η προσοχή είναι «η πιο σπάνια και αγνή μορφή γενναιοδωρίας».

Στο έργο του Γκουίντι συναντάμε τη συνύπαρξη του λυρισμού και της αυστηρότητας, της αφαίρεσης και της συγκεκριμενοποίησης, με αξιοσημείωτη συνέπεια. Είναι μια ποιότητα που μοιάζει ταυτόχρονα σκόπιμη και αυθόρμητη. Πολλές από τις φωτογραφίες του παρουσιάζουν μια ιδιαίτερη γεωμετρία στο κάδρο, αλλά αν τις κοιτάξετε προσεκτικά, θα διαπιστώσετε ότι δεν πρόκειται για μια γεωμετρία που επιβάλλεται στην πραγματικότητα. Αντίθετα, είναι μια γεωμετρία που αποκαλύπτεται από την ίδια την πραγματικότητα.
Κάτι παρόμοιο συμβαίνει με την ένταση μεταξύ αφαίρεσης και ρεαλιστικότητας: ορισμένες εικόνες διαθέτουν την καθαρότητα και την αγνότητα της αφηρημένης σύνθεσης, ωστόσο η «ύλη» τους είναι βαθιά ριζωμένη στην πραγματικότητα, όπως ο τοίχος μιας αποθήκης εργαλείων, μια λωρίδα ασφάλτου, το μεταλλικό πλαίσιο μιας άδειας διαφημιστικής πινακίδας.
Έχει κανείς σχεδόν την αίσθηση ότι αυτή η εικόνα περιμένει να υποδεχθεί άλλες, σαν να ήταν μια οθόνη για τη φαντασία μας, έτοιμη να αντικατοπτρίσει οτιδήποτε προβάλλουμε πάνω της. Ωστόσο, ως φωτογραφία, είναι επίσης μια απτή υπενθύμιση για κάτι που κάποτε υπήρξε και δεν υπάρχει πια. Έτσι, βρισκόμαστε μέσα σε αυτή την παραγωγική αντίφαση, αυτή την αντιληπτική ένταση: η φωτογραφία μας προσελκύει προς μια πραγματικότητα που διαφεύγει, ενώ ταυτόχρονα ανοίγει έναν χώρο για τον εσωτερικό μας κόσμο.



© Guido Guidi

Col tempo, 1956–2024
© Guido Guidi

Col tempo, 1956–2024
© Guido Guidi

In Veneto 1984-89
© Guido Guidi

In Veneto 1984-89
© Guido Guidi

Sardegna, 1974
© Guido Guidi

In Veneto 1984-89
© Guido Guidi

Lizzano, 1972
© Guido Guidi

Ronta, 2023
© Guido Guidi

Ο Γκουίντι έχει χαράξει έναν δρόμο με ένα ύφος που, θεωρητικά, μπορεί να φαίνεται πολύ δυσπρόσιτο, πολύ «παράπλευρο», πολύ επικεντρωμένο στο ταπεινό και το μπανάλ.
 Και όμως, κατά την ανάγνωση των φωτογραφιών διαπιστώνεται ότι το έργο του εντάσσεται σε μια βαθιά ιταλική παράδοση, η οποία αναζητά τη σιωπή στην καθημερινότητα. Μια παράδοση που εκτείνεται από τον Αντονιόνι και τον Μοάντι μέχρι τον Πιέρο ντέλλα Φραντσέσκα.



LE BAL, 6 Impasse de la Défense, Paris, France, 
διάρκεια: 20/2 έως 24/5/2026 

 

 

επιμέλεια-κείμενο: Κάππα Λάμδα
© periopton



Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση
του παρόντος άρθρου (ολόκληρου ή αποσπασμάτων)