periopton

where art is always in focus

7.9.26

ένα νέο σπίτι για τη φωτογραφία

5.14' διάβασμα






το κτήριο που στεγάζεται το Aperture

Με αφορμή τη μετακόμιση του Aperture στο Upper West Side της Νέας Υόρκης, το περιοδικό Art & Antiques και ο δημοσιογράφος Ντέιβιντ Μασέλο πήραν συνέντευξη από την εκτελεστική διευθύντρια του οργανισμού, Σάρα Μάιστερ. Ο μη κερδοσκοπικός αυτός οργανισμός εκδίδει μονογραφίες φωτογράφων εδώ και σχεδόν 75 χρόνια. Με αφορμή τα εγκαίνια του νέου διώροφου χώρου 1.000 τ.μ. στις 18 Σεπτεμβρίου —ο οποίος στεγάζεται σε ένα κτίριο του 1886 που άλλοτε λειτουργούσε ως ξενοδοχείο διαμερισμάτων— η Μάιστερ επιμελήθηκε μια συναρπαστική έκθεση με τίτλο «Το Aperture αγαπά τη Νέα Υόρκη». Η έκθεση αυτή τιμά την πόλη την οποία το Aperture συνεχίζει να έχει ως έδρα του.



Σάρα Μάιστερ
διευθύντρια του Aperture

Σε τι διαφέρει το Aperture από άλλα ιδρύματα που σχετίζονται με τη φωτογραφία στη Νέα Υόρκη και γύρω από αυτήν, ιδίως από το Διεθνές Κέντρο Φωτογραφίας (ICP);

 Το Aperture κατέχει μια μοναδική θέση —στη Νέα Υόρκη και πέρα από αυτήν— ως ένας μη κερδοσκοπικός εκδοτικός οίκος που επικεντρώνεται στη φωτογραφία. Υπάρχουν μεγαλύτεροι εκδότες βιβλίων και μικρότεροι, έντυπα περιοδικά και διαδικτυακά, αλλά ελάχιστα από αυτά είναι μη κερδοσκοπικά ιδρύματα με συγκεκριμένη αποστολή. Το ICP είναι μουσείο και σχολή, επομένως θα μας περιέγραφα ως συμπληρωματικά στοιχεία του φωτογραφικού οικοσυστήματος. Ένας συνάδελφος περιέγραψε κάποτε το Aperture ως «πολυπλόκαμο», κάτι που μου αρέσει πολύ. Υπάρχει μια σύνθετη υβριδικότητα σε αυτό που κάνουμε: εκδίδουμε ένα τριμηνιαίο περιοδικό από το 1952 και περισσότερα από 1.000 βιβλία, ωστόσο είμαστε κάτι παραπάνω από ένας απλός εκδοτικός οίκος. Διοργανώνουμε εκθέσεις, αλλά δεν είμαστε μουσείο. Έχουμε βαθιά αφοσίωση στην εκπαίδευση και τη μάθηση, αν και δεν είμαστε σχολή. Προσφέρουμε ευκαιρίες υποστήριξης των καλλιτεχνών μέσω της αγοράς αυθεντικών εκτυπώσεων, αλλά δεν είμαστε γκαλερί.

Ποιο φαντάζεστε ότι είναι το κοινό σας;

 Το κοινό μας είναι ευρύ. Οι ιδρυτές μας έκαναν μια διευρυμένη δέσμευση προς τον «επαγγελματία και τον ερασιτέχνη, τον πικτοριαλιστή και τον ντοκουμενταρίστα, τον δημοσιογράφο και τον μελετητή». Έτσι, ήμασταν πάντα αφοσιωμένοι σε μια «μεγάλη σκηνή» που τους χωράει όλους. Μου αρέσει που στο πρώτο τεύχος σημείωσαν: «είτε συμφωνούμε είτε όχι, οι σκέψεις [κάθε φωτογράφου] λειτουργούν σαν καταλύτης στις δικές μας [...] συμβάλλοντας στις δυναμικές ιδέες της εποχής μας». Πιστεύω ότι ο κόσμος είναι γεμάτος από ανθρώπους που θα ήταν ευγνώμονες για έναν χώρο που ανέχεται τη διαφωνία, και ότι η φωτογραφία —ένα μέσο με αποχρώσεις και τόνους του γκρι— είναι ένα καλό μέρος για να ξεκινήσει κανείς. Ελπίζω ότι το νέο σπίτι του Aperture θα καλλιεργήσει αυτή την πιθανότητα.

Έχετε μόνιμη συλλογή ή όλα όσα εκτίθενται είναι προϊόντα δανεισμού;

 Δεν έχουμε μόνιμη συλλογή επειδή δεν είμαστε μουσείο. Εργάστηκα στο MoMA για 26 χρόνια και το λάτρεψα — και αυτό με έκανε να συνειδητοποιήσω βαθιά την τεράστια ευθύνη της φροντίδας μιας μόνιμης συλλογής. Αν και πολλά από τα έργα σε αυτή την εναρκτήρια εγκατάσταση για το «Το Aperture αγαπά τη Νέα Υόρκη» είναι δανεισμένα, ένας αριθμός προέρχεται από το πρόγραμμα εκτυπώσεων περιορισμένης έκδοσης, το οποίο ξεκίνησε πριν από δεκαετίες ως ένας τρόπος υποστήριξης του Aperture και των καλλιτεχνών. Το να ζεις με την τέχνη σού κάνει καλό, και με τη φωτογραφία αυτός είναι ένας εφικτός στόχος.



Κάρι Μέι Γουίμς, Χάρλεμ (1978), 
από τη μονογραφία της 'The Heart of the Matter' (Aperture 2025)
© Carrie Mae Weems

 Λι Φριντλάντερ, Νέα Υόρκη (1959) 
από τη μονογραφία του 'Life Still' (Aperture, 2016)
© Lee Friedlander

Πείτε μας για τα κριτήρια που χρησιμοποιήσατε για τη συγκρότηση της εναρκτήριας έκθεσης;

 Άρχισα να σκέφτομαι την πόλη και τις φωτογραφίες που αγαπούσα και είχαν τραβηχτεί σε αυτήν, και ήταν αρκετά εύκολο να καταλήξω σε μια λίστα με εκπληκτικές φωτογραφίες που είχαν δημοσιευτεί σε βιβλία του Aperture. Μέσα από κορνιζαρισμένες εκτυπώσεις στον τοίχο και βιβλία στο τραπέζι, αυτό έγινε ένας τρόπος να συστηθούμε στους νέους μας γείτονες, αποσαφηνίζοντας παράλληλα τη διάκριση ανάμεσα σε μια φωτογραφία ως τυπωμένο αντικείμενο και στην ίδια εικόνα όπως αναπαράγεται σε ένα βιβλίο. Ακόμα κι αν δεν αποκτήσω ποτέ μια εκτύπωση της Ναν Γκόλντιν ή της Ντιάνα Λόσον, έχω τις μονογραφίες τους από το Aperture στο σπίτι και με εμπνέουν τακτικά.

Ποια είναι ένα ή δύο από τα αγαπημένα σας έργα στην έκθεση;

 Πραγματικά, ειλικρινά, μου αρέσουν όλα.
Αλλά θα αναφέρω μια ελάχιστα γνωστή φωτογραφία του Στίβεν Σορ από το Uncommon Places, η οποία δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά από το Aperture το 1982. Είναι μια εικόνα που τράβηξε στη γωνία των οδών Crosby και Grand, και, όλως περιέργως, είναι μία από τις δύο μόνο φωτογραφίες σε αυτό το βιβλίο που τραβήχτηκαν στη Νέα Υόρκη. Μια άλλη που λατρεύω είναι της Σόφι Ριβέρα, η οποία εκτέθηκε πρόσφατα στην αναδρομική της έκθεση στο El Museo del Barrio. Είμαστε περήφανοι που συνεκδώσαμε τον κατάλογο της έκθεσης (στα αγγλικά και τα ισπανικά). Το Playground (1998) της Τζαστίν Κέρλαντ από το Justine Kurland: Girl Pictures (Aperture, 2018). Και το ίδρυμά της μας επιτρέπει απλώς να μεταφέρουμε την κορνιζαρισμένη εκτύπωση από την άλλη πλευρά του Σέντραλ Παρκ.



Σόφι Ριβέρα, Σερβιτόρα (c. 1978–79), 
από τη μονογραφία της 'Double Exposures' (Aperture, 2026)
© Sophie Rivera

Στίβεν Σορ, Crosby Street and Grand Street, New York, (1974) 
από τη μονογραφία του 'Uncommon Places' (Aperture, 1982)
© Stephen Shore

Τζαστίν Κέρλαντ, Παιδικά Χαρά (1998), 
από τη μονογραφία της 'Girl Pictures' (Aperture, 2018)
© Justine Kurland


Δεδομένου ότι όλοι έχουν πλέον τη δυνατότητα να βγάλουν μια φωτογραφία με το τηλέφωνό τους, πώς καταφέρνετε να διατηρείτε την τέχνη της φωτογραφίας ως κάτι ξεχωριστό;

 Σε όλη την ιστορία της φωτογραφίας, οι άνθρωποι πάλευαν με το γεγονός ότι «οποιοσδήποτε» μπορούσε να το κάνει. Αυτό ίσχυε στα τέλη της δεκαετίας του 1880, όταν η Kodak παρουσίασε την κάμερα No. 1, της οποίας το διαφημιστικό σλόγκαν ήταν: «Εσείς πατάτε το κουμπί, εμείς κάνουμε τα υπόλοιπα». Αυτό το γεγονός εκλαμβάνεται από ορισμένους ως απειλή για το καθεστώς της φωτογραφίας ως μορφής τέχνης, αλλά το Aperture αγκάλιαζε πάντα την πληθυντικότητα της φωτογραφίας. Την τελευταία δεκαετία περίπου, έχω συμβιβαστεί με την ιδέα ότι αυτό το θαυμάσια δημοκρατικό μέσο δεν είναι απαραίτητα τέχνη, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να είναι.

Γιατί αγαπάτε τη φωτογραφία;

 Αγαπώ τη φωτογραφία επειδή έχει τη μοναδική ικανότητα να κάνει το οικείο να φαίνεται ξένο και το ξένο να φαίνεται οικείο. Δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα άλλο που να εμπνέει ένα παρόμοιο αίσθημα περιέργειας και σύνδεσης με ανθρώπους και μέρη που δεν γνωρίσατε ή δεν επισκεφτήκατε ποτέ. Χωρίς να θέλω να ακουστώ απελπιστικά αφελής, η φωτογραφία ίσως είναι η καλύτερη μας ελπίδα για να φέρουμε τους ανθρώπους κοντά σε έναν κόσμο όπου η τεχνολογία και η πολιτική μοιάζουν σαν να μας κομματιάζουν.

Ποιοι είναι μερικοί από τους αγαπημένους σας φωτογράφους, από το παρελθόν και το παρόν;

 Η Ντοροθέα Λανγκ είναι μια από τις αγαπημένες μου, και όχι μόνο επειδή ήταν μία από τις ιδρύτριες του Aperture, ούτε επειδή ήταν το θέμα μιας από τις τελευταίες μου εκθέσεις στο MoMA. Πίστευε ακράδαντα ότι οι φωτογραφίες θα μπορούσαν να κάνουν τον κόσμο ένα καλύτερο μέρος και αφιέρωσε τη ζωή της σε αυτόν τον σκοπό. Όσον αφορά την ονομασία των αγαπημένων μου σύγχρονων φωτογράφων, είμαι σίγουρη ότι μπορείτε να καταλάβετε ότι πρόκειται για επικίνδυνο έδαφος! Υπάρχουν δύο εξαιρετικά ταλαντούχοι καλλιτέχνες που έχω στο μυαλό μου καθώς εκδίδουμε τα πρώτα τους βιβλία φέτος: η Ντιόν Λι και ο/η Ελ Πέρεζ. Οι προσεγγίσεις τους στο μέσο είναι εντελώς διαφορετικές, αλλά ο καθένας τους με βοηθά να αναμετρηθώ με το γιατί οι φωτογραφίες έχουν σημασία σήμερα, και είμαι απίστευτα ευτυχής που τους έχουμε στη λίστα μας, ώστε να εμπνευστούν και άλλοι με παρόμοιο τρόπο.





μονογραφία της Ντιόν Λι


μονογραφία του/της Ελ Πέρεζ




Υπάρχουν μια-δυο εμβληματικές φωτογραφίες που ανακαλείτε συνεχώς στο μυαλό σας;

 Αν και μπαίνω στον πειρασμό να αναφέρω το Migrant Mother της Ντοροθέα Λανγκ, είναι σχεδόν υπερβολικά συμβολικό. Έτσι, αντί για αυτό, θα ξεχωρίσω μια φωτογραφία που θα εκτίθεται μόνιμα στην Columbus 380, σε έναν χώρο ακριβώς δίπλα στην γκαλερί (και ορατό από αυτήν): την εικόνα του εξωφύλλου του Κουάμε Μπράθγουεϊτ: Black Is Beautiful, την οποία η οικογένεια δώρισε πρόσφατα στο Aperture. 

 

 

 

Ντοροθέα Λανγκ, 'Migrant Mother', Νιπόμο, Καλιφόρνια, (1936). 
Image via Library of Congress

 

η μονογραφία του Κουάμε Μπράθγουεϊτ 'Black Is Beautiful' (Aperture, 2019)

 

Είναι μια μεγάλη εκτύπωση της Σικόλο Μπράθγουεϊτ που φοράει ένα διακοσμημένο με χάντρες κάλυμμα κεφαλής από την Κάρολυ Πρινς, φτιαγμένο γύρω στο 1967. Η αντίθεση της γεμάτης αυτοπεποίθηση έκφρασης του μοντέλου και της απλότητας του φόντου σε χρώμα ώχρας με την πληθωρικότητα του εξαίρετα φιλοτεχνημένου φωτοστέφανου της είναι απλά μεγαλοπρεπής και αξέχαστη. (μτφρ. Κ. Λ.)


 

 επιμέλεια-μετάφραση: Κάππα Λάμδα
© periopton


Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση
του παρόντος άρθρου (ολόκληρου ή αποσπασμάτων)


 

3.9.26

Η Διακειμενικότητα της Εικόνας: από το ταμπλό βιβάν στη φωτογραφική αναπαράσταση και στο μεταμοντέρνο ομοίωμα

2.30' διάβασμα








Μια ηθοποιός ποζάρει ως μοντέλο για το έργο του Ζαν-Ετιέν Λιοτάρ «Το κορίτσι με τη σοκολάτα», Μάιος 1932.

Η ιστορική διαδρομή της παραθεατρικής πρακτικής του ταμπλό βιβάν (tableau vivant) συνιστά ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον πεδίο μελέτης της ώσμωσης μεταξύ των εικαστικών τεχνών, της επιτέλεσης και της τεχνικής αναπαραγωγιμότητας της εικόνας. Οι απαρχές της εντοπίζονται στα τέλη του 18ου αιώνα, περίοδο κατά την οποία η εν λόγω μορφή τέχνης λειτουργούσε πρωτίστως ως παιχνίδι κοινωνικής συναναστροφής στους αριστοκρατικούς κύκλους της εποχής, αποτελώντας είτε μια συμπληρωματική ατραξιόν σε χορούς μεταμφιεσμένων είτε έναν τρόπο ψυχαγωγίας για την καταπολέμηση της χειμερινής πλήξης. Κατά τον 19ο αιώνα, ωστόσο, το ταμπλό βιβάν προσέλαβε ευρύτερες κοινωνικοπολιτικές και καλλιτεχνικές διαστάσεις. Εντάχθηκε στις θεατρικές σκηνές ως θεαματικό φινάλε παραστάσεων, ενσωματώθηκε σε λαϊκές παρελάσεις και πανηγύρια, και αξιοποιήθηκε σε πατριωτικές συγκεντρώσεις, λειτουργώντας ως μέσο για την εμψύχωση του πλήθους. Η επιτυχία της εν λόγω επιτελεστικής μορφής βασιζόταν αποκλειστικά στην επιλογή ενός αναγνωρίσιμου θεματικού πυρήνα και στην ακρίβεια της σκηνοθετικής διάταξης.



Ντέιβιντ Οκτάβιους Χιλ και Ρόμπερτ Άνταμσον, 
ο καλλιτέχνης και ο νεκροθάφτης, 1843-1844

Ντέιβιντ Οκτάβιους Χιλ και Ρόμπερτ Άνταμσον, 
ο παλαιοπώλης, 1847

ο Ρόμαν Ποτότσκι στον ρόλο του Πρίγκιπα 
και η Άννα Άλμασι στον ρόλο της Πριγκίπισσας, 
σε σκηνή από την «Ωραία Κοιμωμένη», 1871, 
Εθνική Βιβλιοθήκη της Πολωνίας

Με τη γέννηση και την εδραίωση της φωτογραφίας, η πρακτική της αναδημιουργίας και απομίμησης γνωστών ζωγραφικών έργων μεταφέρθηκε στο δισδιάστατο πεδίο, αποτελώντας μια σταθερή, αν και αυξομειούμενης έντασης, καλλιτεχνική τάση καθ' όλη την ιστορία του μέσου. Η φωτογραφική εκδοχή συνιστά, ουσιαστικά, τη μετεξέλιξη του αρχικού παιχνιδιού συναναστροφής, όπου η χρήση κατάλληλων ενδυμασιών, σκηνικών αντικειμένων, υποβάθρων και σωματικών στάσεων (πόζες) αποσκοπούσε στην επανασκηνοθεσία της αρχικής ζωγραφικής σύνθεσης. Την πολυπλοκότητα και τον αισθητικό αντίκτυπο αυτής της δραστηριότητας τεκμηριώνει ο Γκαίτε στο έργο του «Εκλεκτικές συγγένειες» (Κεφ. ΧΧΙΙΙ, σελ. 235), όπου μέσω του χαρακτήρα του Κόμη επισημαίνεται ότι: 

η μίμηση των στάσεων και των κινήσεων των ζωγραφικών έργων από άτομα με αρμονικές αναλογίες, παρά τις επίπονες και απαιτητικές ρυθμίσεις που προϋποθέτει, παράγει ένα εξαιρετικό οπτικό αποτέλεσμα.

Στο πλαίσιο της φωτογραφικής αναδημιουργίας, η κύρια πρόκληση για τον δημιουργό εντοπίζεται στην επίτευξη μιας όσο το δυνατόν εγγύτερης προς το πρωτότυπο αισθητικής, σκηνογραφικής και ενδυματολογικής προσέγγισης. Εδώ συντελείται μια σαφής μετατόπιση από το εικονικό σημείο (iconic sign) στο δεικτικό σημείο (indexical sign). Ενώ ο ζωγραφικός πίνακας βασίζεται στην αναλογική αναπαράσταση, η φωτογραφία εγγράφει το πραγματικό, δημιουργώντας μια νέα σχέση αιτιότητας με το αντικείμενο. Η ιστορική εξέλιξη αυτής της αφηγηματικής σκηνοθεσίας εκτείνεται από τους πρωτοπόρους Ντέιβιντ Οκτάβιους Χιλ και Ρόμπερτ Άνταμσον*, οι οποίοι επιχείρησαν τη δραματική αναπαράσταση στρατιωτών σε συνθήκες δράσης, έως τη σύγχρονη εποχή. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η Σίντι Σέρμαν  με την εμβληματική σειρά “Film Stills”, ο Μπερνάρ Φοκόν με το έργο “Les Grandes Vacances”, καθώς και ο Εουχένιο Ρεκουένκο, ο οποίος πρότεινε μια ιδιαίτερη φωτογραφική ερμηνεία των κυβιστικών έργων του Πικάσο και άλλων μεγάλων ζωγράφων.

 

(για τον Ρεκουένκο βλέπε και παλαιότερη δημοσίευση: φωτογραφικός κυβισμός)



Εουχένιο Ρεκουένκο, 25 Δεκεμβρίου, 2018

Εουχένιο Ρεκουένκο, Πικάσο 1, 2012

Μπερνάρ Φοκόν Παιχνίδια στην Παραλία

Μπερνάρ Φοκόν, Στο σπίτι της θείας, Les Grandes Vacances (1980)

Σίντι Σέρμαν, Στιγμιότυπο ταινίας χωρίς τίτλο #5. 1977

Σίντι Σέρμαν, Στιγμιότυπο ταινίας χωρίς τίτλο #7, 1978

Σύμφωνα με τη θεωρία του Ζαν Μποντριγιάρ, η μεταμοντέρνα αυτή πρακτική αγγίζει τα όρια του ομοιώματος (simulacrum). Η φωτογραφική αναπαραγωγή δεν είναι απλώς μια μίμηση του πρωτοτύπου, αλλά μια νέα πραγματικότητα που αντικαθιστά την ανάμνηση του αρχικού έργου. Η «αύρα» του αυθεντικού έργου τέχνης, όπως την όρισε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, φθίνει μέσα από την τεχνική αναπαραγωγιμότητα, αλλά ταυτόχρονα γεννιέται ένα νέο κείμενο, το οποίο συνομιλεί διακειμενικά με το παρελθόν. 
Ωστόσο, η επιτυχία μιας τέτοιας προσπάθειας δεν είναι δεδομένη. Ανάλογα με την καλλιτεχνική προσέγγιση, ο αντίκτυπος στον θεατή μπορεί να κυμανθεί μεταξύ δύο αντίρροπων πόλων: από έναν μεγάλο και βαθιά εντυπωσιακό διάλογο με το παρελθόν, έως μια μικρή, κοινότοπη και ρηχή αντιγραφή. ✍ Κ. Λ.

 

 

* Αν και αρχικά οι ιστορικοί τέχνης έδιναν τα εύσημα κυρίως στον ζωγράφο Ντέιβιντ Οκτάβιους Χιλ, θεωρώντας τον Ρόμπερτ Άνταμσον έναν απλό τεχνικό, η σύγχρονη ιστορία αναγνωρίζει ότι το έργο τους ήταν προϊόν μιαςαδιαίρετης καλλιτεχνικής σύμπραξης. Όταν ο Άνταμσον πέθανε το 1848 σε ηλικία μόλις 26 ετών, ο Χιλ επέστρεψε στη ζωγραφική και οι μεταγενέστερες φωτογραφικές του προσπάθειες δεν κατάφεραν ποτέ να φτάσουν την ποιότητα της κοινής τους περιόδου.

 

 

επιμέλεια-κείμενο: Κάππα Λάμδα
© periopton

 

Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση
του παρόντος άρθρου (ολόκληρου ή αποσπασμάτων) 

22.8.26

η φωτογράφος που αναπαρέστησε τις μπαλαρίνες του Ντεγκά (ο οποίος τις είχε ζωγραφίσει από φωτογραφίες)

2.30' διάβασμα






© Ειρήνη Μοναστηριώτη

 

Εντγκάρ Ντεγκά,
η Σταρ, π.1876-77



Πρόκειται για την πτυχιακή εργασία της αποφοίτου του Τμήματος Φωτογραφίας και Οπτικοακουστικών Τεχνών του ΠΑ.Δ.Α., Ειρήνης Μοναστηριώτη – ένα διαχρονικό δείγμα υψηλής αισθητικής και δημιουργικής σύλληψης.

Η δημιουργός επιχείρησε έναν πρωτότυπο εικαστικό διάλογο, αναπαριστώντας φωτογραφικά τις διάσημες μπαλαρίνες του Εντγκάρ Ντεγκά και κλείνοντας δημιουργικά έναν ιστορικό κύκλο, καθώς ο ζωγράφος είχε βασιστεί στην πρώιμη φωτογραφία για να τις αποτυπώσει στον καμβά. 

Το έργο αυτό, που πραγματοποιήθηκε στα πρώτα χρόνια λειτουργίας του τμήματος, διατηρεί αμείωτη τη δυναμική του στο πέρασμα του χρόνου. Η φωτογραφική αυτή ανασύνθεση εντυπωσιάζει μέχρι σήμερα για την εξαιρετικά ολοκληρωμένη σκηνογραφική της επιμέλεια, την ακριβή απόδοση των θεμάτων και τη μοναδική, υποβλητική ατμόσφαιρα που αναδύεται από κάθε κάδρο.

Η Μοναστηριώτη κατάφερε, μέσα από μια υποδειγματική φωτογραφική προσέγγιση, να ανασυνθέσει τη ζωντάνια του 19ου αιώνα, γεφυρώνοντας το παρελθόν με το παρόν. Το αποτέλεσμα δεν αποτελεί απλή αντιγραφή, αλλά μια ουσιαστική επανερμηνεία.

Με εξαιρετική τεχνική και αισθητική συνέπεια, επεδίωξε να αμβλύνει τα όρια που χωρίζουν μια φωτογραφική μηχανή από ένα πινέλο ενοποιώντας αρμονικά την εικαστική και τη φωτογραφική γλώσσα, κλείνοντας αριστοτεχνικά τον κύκλο, προσφέροντας ένα έργο που συνεχίζει να γοητεύει.

 

ιδιαίτερη μνεία αξίζει στην εξαιρετική προσέγγιση των μοντέλων, τα οποία προέρχονταν από τον κύκλο των συμφοιτητριών της



Εντγκάρ Ντεγκά,
μπαλαρίνα δένει τις πουέντ της, π.1880-85

© Ειρήνη Μοναστηριώτη

Εντγκάρ Ντεγκά,
δυο μπαλαρίνες

© Ειρήνη Μοναστηριώτη

Εντγκάρ Ντεγκά,
αναμονή, π.1882

© Ειρήνη Μοναστηριώτη

Εντγκάρ Ντεγκά,
μπαλαρίνα, προφίλ

© Ειρήνη Μοναστηριώτη

Εντγκάρ Ντεγκά,
μπαλαρίνα φτιάχνει την τιράντα της

© Ειρήνη Μοναστηριώτη

Εντγκάρ Ντεγκά,
οι μπλε μπαλαρίνες, π.1898-99

© Ειρήνη Μοναστηριώτη

Εντγκάρ Ντεγκά,
μπαλαρίνα

© Ειρήνη Μοναστηριώτη

 

στιγμιότυπο από τα παρασκήνια της φωτογράφισης


Η Ζιλί Μανέ, 16 ετών, έγραψε στις 29 Οκτωβρίου 1895: «Ο κ. Ντεγκά που δεν σκέφτεται τίποτα άλλο παρά μόνο τη φωτογραφία, μας έχει προσκαλέσει όλους να πάμε να δειπνήσουμε στο σπίτι του την επόμενη εβδομάδα, θα κάνει τη φωτογραφία μας με τεχνητό φως. Μόνο τρία λεπτά θα πρέπει να ποζάρουμε. Θέλει να διαπιστώσει εάν ήμαστε τα κατάλληλα μοντέλα και έβαλε να ποζάρει τον κ. Ρενουάρ που άρχισε να γελάει. (Ζιλί Μανέ κόρη της Μπερτ Μοριζό και του Εζέν Μανέ, ανηψιά του ζωγράφου Εντουάρ Μανέ. Ημερολόγιο 1893-1899).


Ο Εντγκάρ Ντεγκά ξεκίνησε να βγάζει φωτογραφίες το 1895, σε ηλικία 61 ετών. Η τελευταία ιμπρεσιονιστική έκθεση είχε γίνει δέκα χρόνια πριν. Ο Ντανιέλ Αλεβί τον εισήγαγε στη φωτογραφία. Έτσι, ο Ντεγκά αγόρασε φωτογραφική μηχανή με γυάλινες πλάκες και τρίποδο. Μέσα σε πέντε χρόνια δημιούργησε μια σειρά φωτογραφιών. Σήμερα σώζονται λιγότερες από 50. 
 Ο ακριβής λόγος για τον οποίο ο Ντεγκά ασχολήθηκε με τη φωτογραφία παραμένει άγνωστος. Είναι σαφές ότι η φωτογραφία του πρόσφερε μια νέα ευκαιρία ακριβώς την περίοδο που η όρασή του εξασθενούσε. Η ασθένεια και ο θάνατος της αδελφής του, Μαργκερίτ, το 1895, καθώς και του αδελφού του Ακίλ το 1893, ενδέχεται επίσης να έπαιξαν κάποιο ρόλο. Για τον Ντεγκά, οι φωτογραφίες αποτελούσαν ένα ισχυρό εργαλείο μνήμης για να θυμάται τους αγαπημένους του, ενώ η φωτογραφική δραστηριότητα τον συνέδεσε στενά με μια οικογένεια – τους Αλεβί – που τον υποστήριξε στην περίοδο της θλίψης του.


 

Εντγκάρ Ντεγκά,
μπαλαρίνα

Εντγκάρ Ντεγκά,
μπαλαρίνα

Εντγκάρ Ντεγκά,
μπαλαρίνα φτιάχνει την τιράντα της

 Ο Ντεγκά εξερευνούσε τις πλαστικές δυνατότητες κάθε μέσου. Δεν ακολουθούσε τους αποδεκτούς κανόνες της σωστής τεχνικής. Οι φωτογραφίες του δεν ήταν αυθόρμητες ή στιγμιαίες. Αντίθετα, ήταν προσεκτικά στημένες και φωτισμένες. Χρησιμοποιούσε συχνά μια ενιαία, λαμπρή πηγή φωτός. Οι μορφές έμοιαζαν να αναδύονται από το σκοτάδι. Το φθινόπωρο του 1895 φωτογράφισε τα μέλη της οικογένειας Αλεβί. Κάθε πρόσωπο καθόταν στην ίδια πολυθρόνα, με φωτισμό τύπου Ρέμπραντ. Οι εικόνες αυτές δείχνουν πώς χειριζόταν τον χώρο, την κλίμακα και το συναίσθημα. Η φωτογραφία «Η Λουίζ Αλεβί διαβάζει στον Ντεγκά»* δείχνει μεγάλη οικειότητα. Αντανακλά την εξάρτηση του καλλιτέχνη από μια φίλη, λόγω της κακής του όρασης. Η φωτογραφία «Μετά το μπάνιο, γυναίκα που στεγνώνει την πλάτη της» (1896) δείχνει τη σύνδεση των μέσων και την ευελιξία του Ντεγκά στη χρήση τους. 

 

 

Εντγκάρ Ντεγκά, «Η Λουίζ Αλεβί διαβάζει στον Ντεγκά»

η φωτογραφία και ο πίνακας 'μετά το μπάνιο' - π.1896
 

Είναι μια μελέτη του 1896, όπου ένα γυμνό μοντέλο συστρέφεται έντονα πάνω σε μια καρέκλα. Πρόκειται για τη μόνη φωτογραφία που είναι γνωστό ότι αποτέλεσε άμεσα τη βάση για έναν πίνακα. Δυστυχώς δεν υπάρχουν θετικά αντίγραφα από την εποχή του Ντεγκά, η δε φωτογραφία της μπαλαρίνας που φτιάχνει τις τιράντες της προμηνύει έναν μεταγενέστερο πίνακά του. ✍ Κ. Λ.


*Το έργο «Η Λουίζ Αλεβί διαβάζει στον Ντεγκά» (Louise Halévy faisant la lecture à Degas) είναι μια ασπρόμαυρη φωτογραφία που τράβηξε γύρω στο 1895 ο Γάλλος ζωγράφος. Απεικονίζει την κοντινή του φίλη Λουίζ Αλεβί (σύζυγο του λιμπρετίστα και συγγραφέα Λουντοβίκ Αλεβί) να διαβάζει σε εσωτερικό χώρο υπό το φως μιας λάμπας.
 

 

επιμέλεια-κείμενο: Κάππα Λάμδα
© periopton

 

Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση
του παρόντος άρθρου (ολόκληρου ή αποσπασμάτων)
των εικόνων συμπεριλαμβανομένων 

18.8.26

signa temporum, ars temporis _ 'υπό συντήρηση'




 

 

 


 

 

Σημείωμα καλλιτέχνη:

Τα δημόσια γλυπτά αποτελούν τους σιωπηλούς μάρτυρες της αστικής μας μνήμης. Τοποθετημένα σε μικρά, πράσινα πάρκα της πόλης, στέκονται εκεί για να θυμίζουν ιστορίες, ήρωες και ιδέες. Ωστόσο, η καθημερινή τριβή με το βλέμμα μας τα μετατρέπει συχνά σε αόρατα ορόσημα. Αυτή η φωτογραφική ενότητα γεννήθηκε τη στιγμή που η πόλη αποφάσισε να τα φροντίσει, τυλίγοντάς τα προσωρινά με κάποιο προστατευτικό υλικό -συνήθως διαφανές νάιλον- για τις ανάγκες της συντήρησής τους.

Αυτή η πρακτική προστασίας μεταμόρφωσε ριζικά το δημόσιο μνημείο σε κάτι άλλο — κάτι που δεν είχε προβλεφθεί από τον γλύπτη του, ούτε από τον δήμο που το τοποθέτησε. Το προστατευτικό υλικό φυλάκισε τη μορφή τους, αλλά ταυτόχρονα τη φανέρωσε με έναν τρόπο εντελώς καινούργιο. Τα αγάλματα, απομονωμένα μέσα στο συνθετικό τους περίβλημα, έχασαν την αρχική, συμπαγή τους υπόσταση και μετατράπηκαν σε ασαφή, ρευστά ομοιώματα. Το νάιλον δεν κρύβει· αποκαλύπτει διαφορετικά. Δημιουργεί μια ενδιάμεση κατάσταση, ένα είδος κοινωνικής και υλικής παύσης.
Η φωτογραφική μου προσέγγιση δεν επιδιώκει να καταγράψει μια τεχνική διαδικασία αποκατάστασης, ούτε εστιάζει στην ιστορία του αγάλματος ως μνημείου. Αντίθετα, επικεντρώνομαι στην αισθητική και εννοιολογική ανατροπή που προκύπτει από αυτήν. Τη στιγμή της αναστολής. Όταν ένα άγαλμα καλύπτεται, παύει να είναι αυτό που ήταν — η μνήμη που εκπροσωπεί μπαίνει σε αναστολή. Γίνεται κάτι μεταβατικό, σχεδόν σπερματικό. Γίνεται μια αυτόνομη, σύγχρονη εικαστική πρόταση. Η διαφάνεια του νάιλον επιτρέπει στο φως να παίζει πάνω στη μορφή με τρόπο που ο γλύπτης δεν προέβλεψε. Σκιές που δεν υπήρχαν, αντανακλάσεις που παραμορφώνουν, μια αίσθηση υγρασίας και περιορισμού που μετατρέπει το μάρμαρο ή το μέταλλο σε κάτι ζωντανό και ταυτόχρονα ευάλωτο.
Ο θεατής αναγνωρίζει τις γραμμές του σώματος, την κλίση του κεφαλιού ή την κίνηση των χεριών, αλλά η λεπτομέρεια χάνεται. Αυτή η ελεγχόμενη απόκρυψη διεγείρει τη φαντασία και μας αναγκάζει να κοιτάξουμε ξανά. Αυτή η μετατροπή δεν είναι απλώς αισθητική. Μας καλεί να αναλογιστούμε τι προστατεύουμε, τι διασώζουμε από τον χρόνο και πώς επαναπροσδιορίζουμε την ομορφιά στην καθημερινότητά μας.
Μέσα από τον φακό, αυτά τα τυλιγμένα σώματα γίνονται νέες δημιουργίες. Δεν είναι πλέον τα έργα των δημιουργών τους· είναι έργα του χρόνου, της φθοράς, του τυχαίου. Το περιτύλιγμα προσθέτει στρώσεις: υλικές, αλλά και νοηματικές. Το άγαλμα γίνεται παλίμψηστο — πάνω στην αρχική πρόθεση γράφεται μια νέα, που δεν ανήκει σε κανέναν και ανήκει σε όλους.
Η έκθεση αυτή είναι μια πρόσκληση να δούμε το γνώριμο μέσα από το φίλτρο του απρόσμενου. Τα τυλιγμένα αγάλματα των πάρκων μάς υπενθυμίζουν ότι η τέχνη στους δημόσιους χώρους δεν είναι στατική. Αλλάζει, αναπνέει και μεταμορφώνεται σε κάτι εξίσου αληθινό, εξίσου ουσιαστικό, εξίσου τέχνη. ✍ Κ. Λ.

 

 





📸© Κ.Λ.
all rights reserved

📸© Κ.Λ.
all rights reserved


📸© Κ.Λ.
all rights reserved

📸© Κ.Λ.
all rights reserved

📸© Κ.Λ.
all rights reserved

📸© Κ.Λ.
all rights reserved

📸© Κ.Λ.
all rights reserved

📸© Κ.Λ.
all rights reserved

📸© Κ.Λ.
all rights reserved

📸© Κ.Λ.
all rights reserved

📸© Κ.Λ.
all rights reserved

📸© Κ.Λ.
all rights reserved

📸© Κ.Λ.
all rights reserved




επιμέλεια-κείμενο-εικόνες: Κάππα Λάμδα
© periopton

 

 

 Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευματικής Ιδιοκτησίας 
η καθ' οιονδήποτε τρόπο αναδημοσίευση, χρήση ή ιδιοποίηση 
των εικόνων (αυτούσιων ή τροποποιημένων), 
καθώς και η χρήση της βασικής σύλληψης του έργου, 
των προτεινόμενων εικαστικών λύσεων, 
αλλά και των επιμέρους (σε χώρο και έννοια) ιδεών.

Pursuant to copyright law, any republication, use, or appropriation of the images (whether unaltered or modified) is strictly prohibited. 
This restriction also applies to the use of the work's core concept, the proposed visual solutions, and any individual spatial or conceptual ideas.