periopton

where art is always in focus

18.8.26

signa temporum, ars temporis _ 'υπό συντήρηση'




 

 

 


 

 

Σημείωμα καλλιτέχνη:

Τα δημόσια γλυπτά αποτελούν τους σιωπηλούς μάρτυρες της αστικής μας μνήμης. Τοποθετημένα σε μικρά, πράσινα πάρκα της πόλης, στέκονται εκεί για να θυμίζουν ιστορίες, ήρωες και ιδέες. Ωστόσο, η καθημερινή τριβή με το βλέμμα μας τα μετατρέπει συχνά σε αόρατα ορόσημα. Αυτή η φωτογραφική ενότητα γεννήθηκε τη στιγμή που η πόλη αποφάσισε να τα φροντίσει, τυλίγοντάς τα προσωρινά με κάποιο προστατευτικό υλικό -συνήθως διαφανές νάιλον- για τις ανάγκες της συντήρησής τους.

Αυτή η πρακτική προστασίας μεταμόρφωσε ριζικά το δημόσιο μνημείο σε κάτι άλλο — κάτι που δεν είχε προβλεφθεί από τον γλύπτη του, ούτε από τον δήμο που το τοποθέτησε. Το προστατευτικό υλικό φυλάκισε τη μορφή τους, αλλά ταυτόχρονα τη φανέρωσε με έναν τρόπο εντελώς καινούργιο. Τα αγάλματα, απομονωμένα μέσα στο συνθετικό τους περίβλημα, έχασαν την αρχική, συμπαγή τους υπόσταση και μετατράπηκαν σε ασαφή, ρευστά ομοιώματα. Το νάιλον δεν κρύβει· αποκαλύπτει διαφορετικά. Δημιουργεί μια ενδιάμεση κατάσταση, ένα είδος κοινωνικής και υλικής παύσης.
Η φωτογραφική μου προσέγγιση δεν επιδιώκει να καταγράψει μια τεχνική διαδικασία αποκατάστασης, ούτε εστιάζει στην ιστορία του αγάλματος ως μνημείου. Αντίθετα, επικεντρώνομαι στην αισθητική και εννοιολογική ανατροπή που προκύπτει από αυτήν. Τη στιγμή της αναστολής. Όταν ένα άγαλμα καλύπτεται, παύει να είναι αυτό που ήταν — η μνήμη που εκπροσωπεί μπαίνει σε αναστολή. Γίνεται κάτι μεταβατικό, σχεδόν σπερματικό. Γίνεται μια αυτόνομη, σύγχρονη εικαστική πρόταση. Η διαφάνεια του νάιλον επιτρέπει στο φως να παίζει πάνω στη μορφή με τρόπο που ο γλύπτης δεν προέβλεψε. Σκιές που δεν υπήρχαν, αντανακλάσεις που παραμορφώνουν, μια αίσθηση υγρασίας και περιορισμού που μετατρέπει το μάρμαρο ή το μέταλλο σε κάτι ζωντανό και ταυτόχρονα ευάλωτο.
Ο θεατής αναγνωρίζει τις γραμμές του σώματος, την κλίση του κεφαλιού ή την κίνηση των χεριών, αλλά η λεπτομέρεια χάνεται. Αυτή η ελεγχόμενη απόκρυψη διεγείρει τη φαντασία και μας αναγκάζει να κοιτάξουμε ξανά. Αυτή η μετατροπή δεν είναι απλώς αισθητική. Μας καλεί να αναλογιστούμε τι προστατεύουμε, τι διασώζουμε από τον χρόνο και πώς επαναπροσδιορίζουμε την ομορφιά στην καθημερινότητά μας.
Μέσα από τον φακό, αυτά τα τυλιγμένα σώματα γίνονται νέες δημιουργίες. Δεν είναι πλέον τα έργα των δημιουργών τους· είναι έργα του χρόνου, της φθοράς, του τυχαίου. Το περιτύλιγμα προσθέτει στρώσεις: υλικές, αλλά και νοηματικές. Το άγαλμα γίνεται παλίμψηστο — πάνω στην αρχική πρόθεση γράφεται μια νέα, που δεν ανήκει σε κανέναν και ανήκει σε όλους.
Η έκθεση αυτή είναι μια πρόσκληση να δούμε το γνώριμο μέσα από το φίλτρο του απρόσμενου. Τα τυλιγμένα αγάλματα των πάρκων μάς υπενθυμίζουν ότι η τέχνη στους δημόσιους χώρους δεν είναι στατική. Αλλάζει, αναπνέει και μεταμορφώνεται σε κάτι εξίσου αληθινό, εξίσου ουσιαστικό, εξίσου τέχνη. ✍ Κ. Λ.

 

 





📸© Κ.Λ.
all rights reserved

📸© Κ.Λ.
all rights reserved


📸© Κ.Λ.
all rights reserved

📸© Κ.Λ.
all rights reserved

📸© Κ.Λ.
all rights reserved

📸© Κ.Λ.
all rights reserved

📸© Κ.Λ.
all rights reserved

📸© Κ.Λ.
all rights reserved

📸© Κ.Λ.
all rights reserved

📸© Κ.Λ.
all rights reserved

📸© Κ.Λ.
all rights reserved

📸© Κ.Λ.
all rights reserved

📸© Κ.Λ.
all rights reserved




επιμέλεια-κείμενο-εικόνες: Κάππα Λάμδα
© periopton

 

 

 Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευματικής Ιδιοκτησίας 
η καθ' οιονδήποτε τρόπο αναδημοσίευση, χρήση ή ιδιοποίηση 
των εικόνων (αυτούσιων ή τροποποιημένων), 
καθώς και η χρήση της βασικής σύλληψης του έργου, 
των προτεινόμενων εικαστικών λύσεων, 
αλλά και των επιμέρους (σε χώρο και έννοια) ιδεών.

Pursuant to copyright law, any republication, use, or appropriation of the images (whether unaltered or modified) is strictly prohibited. 
This restriction also applies to the use of the work's core concept, the proposed visual solutions, and any individual spatial or conceptual ideas. 

13.8.26

Οι 'δύο Ρόμπερτ': η μετεωρική άνοδος και η τραγική λήθη των χρυσών αγοριών του Λονδίνου

 3.50' διάβασμα

 

 

 

 

 τα παιδιά-θαύματα που ξέχασε ο κόσμος της τέχνης

 

 

Ο Ρόμπερτ ΜακΜπράιντ (αριστερά) και ο Ρόμπερτ Κόλκουον στο εργαστήριό τους, 
σε φωτογραφία του Φέλιξ Μαν που τραβήχτηκε περίπου το 1945. 
Φωτογραφία: Φέλιξ Μαν, Getty Images
  

Η ιστορία της τέχνης είναι γεμάτη από λαμπερά αστέρια που έσβησαν πρόωρα, όμως λίγες περιπτώσεις είναι τόσο καθηλωτικές, ρομαντικές και ταυτόχρονα σπαρακτικές όσο αυτή του Ρόμπερτ Κολκούν και του Μπόμπι ΜακΜπράιντ. Γνωστοί στους καλλιτεχνικούς κύκλους ως «Οι Δύο Ρόμπερτ», υπήρξαν εραστές, συνοδοιπόροι, πρωτοπόροι της κουίρ καθημερινότητας και, για ένα φεγγάρι, οι απόλυτοι κυρίαρχοι της μεταπολεμικής εικαστικής σκηνής του Λονδίνου. Φωτογραφήθηκαν για τη Vogue, κινηματογραφήθηκαν από τον Κεν Ράσελ και κέρδισαν τον απέραντο θαυμασμό του Φράνσις Μπέικον, ο οποίος κάποτε δήλωσε ότι όλα όσα έμαθε για το σχέδιο, τα έμαθε από τον Κολκούν. Κι όμως, αυτό το αχώριστο δίδυμο, που κάποτε είχε τα πάντα, κατέληξε στην απόλυτη αφάνεια.

Η κοινή τους πορεία ξεκίνησε από ταξικά υποβαθμισμένα περιβάλλοντα της Σκωτίας. Ο ΜακΜπράιντ μεγάλωσε στο Μέιμπολ, δουλεύοντας σε ένα εργοστάσιο υποδημάτων για να μαζέψει χρήματα για τις σπουδές του. Ο Κολκούν, από το Κιλμάρνοκ, αναγκάστηκε αρχικά να διακόψει το σχολείο, μέχρι που ένας ιερέας διέκρινε το σπάνιο ταλέντο του και του εξασφάλισε υποτροφία. Ήταν οι πρώτοι από τις οικογένειές τους που κατάφεραν να μπουν στο πανεπιστήμιο.
Το 1933, κατά την πρώτη τους μέρα στη Σχολή Καλών Τεχνών της Γλασκώβης (GSA), οι δρόμοι τους διασταυρώθηκαν. Η έλξη και η αναγνώριση ήταν αμοιβαία και ακαριαία. Στη σχολή σάρωσαν κάθε πιθανό βραβείο. Αντιλαμβανόμενη ότι οι δύο νεαροί δεν θα χωρίζονταν ποτέ, η σχολή τους απένειμε μια κοινή ταξιδιωτική υποτροφία. Έτσι, ταξίδεψαν στην Ευρώπη, αποφεύγοντας οριακά τις φασιστικές περιπόλους του Χίτλερ, μελετώντας τον Μιχαήλ Άγγελο στη Ρώμη και αντικρίζοντας τη συγκλονιστική Γκερνίκα του Πικάσο στο Παρίσι – εμπειρίες που αποτυπώθηκαν στα γεμάτα πάθος ημερολόγιά τους.



Ρόμπερτ Κολκούν, «Οι Δουβλινέζοι»
© The Estate of Robert Colquhoun

Ρόμπερτ ΜακΜπράιντ, «Νεκρή φύση», περίπου 1947
© Estate of Robert MacBryde

Με την έκρηξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, οι 'Δύο Ρόμπερτ' εγκαταστάθηκαν στο Λονδίνο, όπου η καριέρα τους εκτοξεύτηκε μέσα στις στάχτες των βομβαρδισμών. Έγιναν γνωστοί ως τα «Χρυσά Αγόρια της Bond Street». Οι συνάδελφοί τους τούς αποκαλούσαν περιπαικτικά «ΜακΜπρακ» και «ΜακΠικάσο», προσωνύμια που οι ίδιοι κρυφά λάτρευαν.
Το ατελιέ τους στην οδό Bedford Gardens 77 μετατράπηκε σε καταφύγιο μιας αχαλίνωτης, μποέμικης ζωής. Εκεί διοργάνωναν ολονύχτια πάρτι όπου μπορούσες να μοιραστείς ένα ουίσκι με τη συγγραφέα Ελίζαμπεθ Σμαρτ, να χορέψεις με τους χορευτές του Βασιλικού Μπαλέτου ή να προσπαθήσεις να ακούσεις μέσα στη βαβούρα τον ποιητή Ντίλαν Τόμας να απαγγέλλει. Παρά τη σκληρή μεταπολεμική επιβολή δελτίου στα τρόφιμα, στο σπίτι τους υπήρχε πάντα φαγητό και ποτό. Ο Μπόμπι ΜακΜπράιντ είχε το χάρισμα να «ταΐζει τους πεντακισχίλιους με ένα μόνο ψάρι», ενώ ο Ρόμπερτ Κολκούν ήταν ο γοητευτικός, μελαγχολικός οικοδεσπότης. Η επιρροή τους ήταν τέτοια που ο Άλφρεντ Μπαρ, ο πρώτος διευθυντής του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης (MoMA) της Νέας Υόρκης, αγόρασε έργα και των δύο για τη μόνιμη συλλογή του, τοποθετώντας τους δίπλα στον Λούσιαν Φρόιντ και τον Φράνσις Μπέικον.



Ρόμπερτ Κολκούν, «Φιγούρες σε αγροικία»
© The Estate of Robert Colquhoun

Ρόμπερτ ΜακΜπράιντ, «Φιγούρα και νεκρή φύση»
© Estate of Robert MacBryde

Η τέχνη τους ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τη συμβίωσή τους, λειτουργώντας ως ένας ενιαίος οργανισμός, όπως είχε γράψει και ο κριτικός Γουίντχαμ Λιούις. Ο ΜακΜπράιντ έγινε διάσημος για τις γεμάτες ζωντάνια νεκρές φύσεις του, όπου τα φρούτα και τα ψάρια έμοιαζαν να χορεύουν πάνω στο πιάτο, προσφέροντας μια γεύση αφθονίας σε μια εποχή στερήσεων. Αντίθετα, ο Κολκούν ειδικεύτηκε σε σκοτεινά, τραγικά πορτρέτα με πρόσωπα που έμοιαζαν με μάσκες βυθισμένες στο πένθος, απεικονίζοντας συχνά φιγούρες που κρατιούνταν σφιχτά η μία από την άλλη.Η κοινή τους ζωή, ωστόσο, ήταν ένα διαρκές έγκλημα στα μάτια του νόμου. Εκείνη την εποχή, η ομοφυλοφιλία ήταν παράνομη στη Μεγάλη Βρετανία, και η συγγραφή ενός ερωτικού γράμματος ισοδυναμούσε με ένταλμα σύλληψης. Οι 'Δύο Ρόμπερτ' αναγκάζονταν να επικοινωνούν με κώδικες και να καίνε την αλληλογραφία τους. Έζησαν από κοντά τη φρίκη των διώξεων, μαζεύοντας φίλους τους, όπως ο Ντενίς Γουίρθ-Μίλερ, από τις πύλες των φυλακών Wormwood Scrubs μετά από συλλήψεις για «σοβαρή απρέπεια». Παρά τον κίνδυνο, επέλεξαν να χτίσουν μια δημόσια, περήφανη, «παράνομη» ζωή σε ένα μόνο δωμάτιο, σπάζοντας τα κοινωνικά προκατασκευασμένα στερεότυπα.



Ρόμπερτ Κολκούν, «Φιγούρα πάνω σε άλογο»
© The Estate of Robert Colquhoun

Ρόμπερτ ΜακΜπράιντ, «Γυναίκα και το παιχνίδι Trictrac»
© Estate of Robert MacBryde

Όπως συμβαίνει συχνά με τα αστέρια που είναι πιο λαμπρά από τα άλλα, η πτώση τους ήταν απότομη. Προερχόμενοι από τη φτώχεια, δεν έμαθαν ποτέ πώς να διαχειρίζονται τον πλούτο. Ξόδευαν τα χρήματά τους πιο γρήγορα από ό,τι τα κέρδιζαν, στηρίζοντας φίλους και διοργανώνοντας πολυτελή πάρτι. Όταν οι καλλιτεχνικές τάσεις άλλαξαν και η αφηρημένη τέχνη άρχισε να κυριαρχεί, οι Ρόμπερτ, πνιγμένοι στα χρέη, δεν είχαν την πολυτέλεια του χρόνου για να πειραματιστούν.Το αλκοόλ, τα οικονομικά βάρη και το τραύμα του πολέμου άρχισαν να φθείρουν τη σχέση και την υγεία τους. Η συντηρητική κοινωνία και οι ιστορικοί τέχνης τούς υποβίβασαν σε απλούς «συγκατοίκους» ή «φίλους», σβήνοντας την κουίρ ταυτότητά τους από τα επίσημα αρχεία. Η προφητική φράση που είχε γράψει ο Μπόμπι στον Ρόμπερτ όταν ήταν 27 ετών – «Πρέπει να φροντίσουμε να δημιουργήσουμε τον μύθο μας πριν πεθάνουμε» – έμελλε να σκεπαστεί από τη σκόνη της λήθης. Ο Ρόμπερτ Κολκούν πέθανε διαλυμένος το 1962, σε ηλικία μόλις 47 ετών. Ο Μπόμπι ΜακΜπράιντ, ανίκανος να αντέξει την απώλεια του άλλου του μισού, τον ακολούθησε τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1966, στα 52 του χρόνια.

Σήμερα, δεκαετίες μετά τον θάνατό τους, επιχειρείται η αποκατάσταση της πραγματικότητας με απόλυτη ειλικρίνεια όσον αφορά τη ζωή και το έργο τους. Γιατί όπως τονίζεται, όταν οι ζωές των ανθρώπων υποτιμώνται ή αποσιωπώνται από την ιστορία, η μυθοπλασία και η τέχνη μετατρέπονται σε ηθική επιταγή. Η αναγέννηση των 'Δύο Ρόμπερτ' είναι μια υπενθύμιση ότι, ακόμη και όταν ο κόσμος γύρω μας καταρρέει, η πράξη του να ανάβεις ένα κερί στο σκοτάδι και να πιάνεις το πινέλο ή την πένα είναι η απόλυτη πράξη αντίστασης και αθανασίας. ✍© Κ. Λ.


 

Nota bene

 

Η επιρροή των «Δύο Ρόμπερτ» στον Φράνσις Μπέικον

Ο Φράνσις Μπέικον (Francis Bacon) υπήρξε ένας από τους πιο διακριτούς και προκλητικούς ζωγράφους του 20ού αιώνα. Ωστόσο, η δική του ιδιοφυΐα δεν γεννήθηκε στο κενό. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1940, όταν ο Μπέικον προσπαθούσε ακόμα να βρει την προσωπική του εικαστική ταυτότητα, ο Ρόμπερτ Κολκούν και ο Μπόμπι ΜακΜπράιντ ήταν ήδη οι απόλυτοι κυρίαρχοι και τα «είδωλα» της καλλιτεχνικής σκηνής του Λονδίνου.

Η πιο τρανταχτή απόδειξη της επιρροής τους είναι η ίδια η παραδοχή του Μπέικον. Σύμφωνα με μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα και σύχναζαν στα κακόφημα μπαρ του Σόχο, ο Μπέικον είχε δηλώσει χαρακτηριστικά:
«Ό,τι έμαθα για το σχέδιο, το έμαθα από τον Ρόμπερτ Κολκούν».

 Η δήλωση αυτή έχει τεράστια βαρύτητα. Ο Κολκούν διέθετε μια σπάνια, σχολαστική σχεδιαστική δεινότητα, την οποία είχε αναπτύξει από την παιδική του ηλικία. Η ικανότητά του να παραμορφώνει την ανθρώπινη φιγούρα, διατηρώντας όμως μια αυστηρή, σχεδόν γεωμετρική δομή, γοήτευσε τον Μπέικον.

Αν παρατηρήσει κανείς τα έργα των δύο καλλιτεχνών, η συγγένεια είναι εμφανής:

 

-Τα «Προσωπεία» του Κολκούν: Ο Κολκούν ζωγράφιζε πορτρέτα με πρόσωπα που έμοιαζαν με άκαμπτες, τραγικές μάσκες, παραμορφωμένες από το πένθος και την υπαρξιακή αγωνία.-

 

 

 

 

 

 

Ρόμπερτ Κολκούν
Ιρλανδές (1958) 
© the artist's estate / Bridgeman Images
 

 

 

-Η Κραυγή του Μπέικον: Αυτή ακριβώς η παραμόρφωση της ανθρώπινης σάρκας έγινε αργότερα το σήμα κατατεθέν του Μπέικον στους διάσημους πίνακές του με τους «Κραυγάζοντες Πάπες» και τα ακρωτηριασμένα σώματα.
 

 

 

 

 

 Φράνσις Μπέικον
Κεφάλι VI’ (1949), 
Arts Council Collection, Southbank Centre, London.
 

 

Η σχέση τους δεν ήταν μόνο καλλιτεχνική αλλά και βαθιά κοινωνική. Ήταν όλοι θαμώνες του θρυλικού The Colony Room Club στο Σόχο, ενός καταφυγίου για την κουίρ κοινότητα της εποχής. Ο Μπέικον, ο Κολκούν και ο ΜακΜπράιντ μοιράζονταν το ίδιο πάθος για το αλκοόλ, τον κίνδυνο και την ακραία ζωή. Την ίδια ακριβώς περίοδο, το δίδυμο αναγνωριζόταν ως η «αιχμή του δόρατος» της νέας βρετανικής πρωτοπορίας. ✍© Κ. Λ.

 

επιμέλεια-κείμενο: Κάππα Λάμδα
© periopton

 

 

Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση
του παρόντος άρθρου (ολόκληρου ή αποσπασμάτων) 

 

4.8.26

signa temporum, ars temporis _ ο δρόμος του προσκυνητή

 

 


 



 

 

Σημείωμα του καλλιτέχνη:

 

  Πώς γίνεται εγώ, αυτό που είμαι εγώ,

να μην υπάρχω πριν να υπάρξω,

και κάποτε εγώ, αυτό που είμαι εγώ,

αυτό που ήμουν να μην είμαι πια;
 

   — Πίτερ Χάντκε από το «Τραγούδι της παιδικής ηλικίας»


Η ενότητα φωτογραφιών «Ο δρόμος του προσκυνητή» γεννήθηκε μέσα από μια εσωτερική, σχεδόν υπαρξιακή ανάγκη επιστροφής. Αποτελεί το απόσταγμα μιας μακράς, βιωματικής προσκυνηματικής πορείας σε αναζήτηση μνημείων – όχι εκείνων των επιβλητικών τοπόσημων που διεκδικούν την αιωνιότητα, αλλά των ταπεινών, καθημερινών ιχνών ενός παρελθόντος που χάνεται αθόρυβα. Για μένα, αυτή η περιπλάνηση λειτούργησε ως ένα πνευματικό προσκύνημα σε αμυδρές μνήμες που επιζούν ακόμα, μια απόπειρα να συνομιλήσω με την αύρα πραγμάτων και τοπίων που ο χρόνος απειλεί να παραδώσει στη λήθη.  Στο επίκεντρο αυτής της αναζήτησης βρίσκονται στοιχεία που η βιασύνη του σύγχρονου βλέμματος προσπερνά: σκουριασμένα μέταλλα που στέκονται γυμνά απέναντι στον καιρό, χωματόδρομοι που μοιάζουν να οδηγούν στο απροσδιόριστο, και τα φθαρμένα εξωτερικά απέριττων κτισμάτων που στέκουν ως σιωπηλοί μάρτυρες μιας άλλης εποχής. Οι έγχρωμες φωτογραφίες της σειράς αποτυπώνουν αυτή την πραγματικότητα με μια παραπλανητική τυπική απλότητα. 

Ο προσκυνητής, σε αυτή την περίπτωση, δεν είναι ο θρησκευόμενος που κατευθύνεται προς έναν προκαθορισμένο ιερό προορισμό, αλλά ο περιπλανώμενος που αναγνωρίζει την ιερότητα μέσα στη φθορά. Κάθε κλικ δεν αποτελεί μια απλή αποτύπωση, αλλά το αποτέλεσμα μιας παρατεταμένης παρατήρησης, μια προσπάθεια να κατανοήσω πώς η μνήμη ριζώνει στα αντικείμενα. Δεν πρόκειται για νοσταλγία, αλλά για μια προσπάθεια να συλληφθεί η στιγμή εκείνη όπου η ύλη αρχίζει να ξεχνάει τη χρήση για την οποία κατασκευάστηκε και να αποκτά αυτονομία.
 Τα θέματα, απογυμνωμένα πλέον από την αρχική χρηστική τους λειτουργία, αποκτούν μια διαχρονική αξία στο έργο μου, μεταμορφούμενα σε ιδιότυπα μνημεία της ανθρώπινης εμπειρίας.  Αντικρίζοντας κανείς το σύνολο των φωτογραφιών, γίνεται σαφές πως δεν πρόκειται για μια απλή, μουσειακή καταγραφή των εξελισσόμενων ταυτοτήτων των κτιρίων και των τοποθεσιών προϊόντος του χρόνου. Το φωτογραφικό μέσο, με την ιδιότητά του να παγώνει τη ροή, λειτουργεί εδώ ως αντιστάθμισμα στην αναπόφευκτη ροπή της ύλης προς τη φθορά. Κάθε κάδρο είναι μια μικρή άρνηση του χρόνου, μια απόπειρα να κρατηθεί η ισορροπία ανάμεσα σε αυτό που ήταν και σε αυτό που γίνεται.
 Είναι μια οπτική σπουδή πάνω στη ροή της ύπαρξης, όπου το σταθερό συναντά το εφήμερο και η φθορά μετατρέπεται σε μια ανώτερη μορφή ομορφιάς. Καθώς ο θεατής βαδίζει στον «Δρόμο του προσκυνητή», έρχεται αντιμέτωπος με το δικό του εσωτερικό τοπίο. Kαλείται να αναγνωρίσει τη δική του παροδικότητα και τις δικές του λανθάνουσες αναμνήσεις μέσα στην ακινησία του τοπίου. Η σειρά αυτή είναι μια πρόσκληση σε έναν σιωπηλό διάλογο με το χθες, μια φιλοσοφική θεώρηση της απώλειας και της διατήρησης, μια πρόσκληση σε μια σιωπηλή συνομιλία με το παρελθόν, μια αναγνώριση ότι ακόμα και στα πιο ασήμαντα σημάδια της φθοράς κρύβεται μια βαθιά, παγκόσμια αλήθεια για την ύπαρξή μας.
Και μέσα από αυτή τη σιωπηλή μαρτυρία, το έργο καλεί τον θεατή να αναρωτηθεί για τη δική του σχέση με τους τόπους που περνάει, για τα σημάδια που αφήνει και για εκείνα που θα αφήσει πίσω του όταν ο δικός του δρόμος στρίψει αλλού.

Χρησιμοποίησα Polaroid επειδή το συγκεκριμένο μέσο, με το τεχνοτροπικό του ιδίωμα, τροφοδοτεί το εφήμερο στοιχείο των θεμάτων μου. Οι δε αναγραφόμενες διευθύνσεις δεν αντιστοιχούν σε πραγματικές τοποθεσίες, παρά μόνο λειτουργούν σαν οπτικοί γρίφοι σε ένα δημιουργικό — και ως εκ τούτου υπαρξιακό — huis-clos. Έχουν αποκλειστικά προσωπικό νόημα ως αποτυπώματα μιας πορείας, ως μια μορφή χαρτογράφησης του εαυτού, ένας ηθελημένος ασκητισμός, ο τόπος μιας εσωτερικής γοητείας που δεν ξεπερνά ποτέ τα όρια του πλαισίου — εκείνου που περικλείει συχνά τις φωτογραφίες μου. ✍Κ. Λ.

 

 

 

📸© Κ.Λ.
all rights reserved
(Polaroid enhanced)

📸© Κ.Λ.
all rights reserved
(Polaroid enhanced)

📸© Κ.Λ.
all rights reserved
(Polaroid enhanced)

📸© Κ.Λ.
all rights reserved
(Polaroid enhanced)

📸© Κ.Λ.
all rights reserved
(Polaroid enhanced)

 

📸© Κ.Λ.
all rights reserved
(Polaroid enhanced)

 

📸© Κ.Λ.
all rights reserved
(Polaroid enhanced)

📸© Κ.Λ.
all rights reserved
(Polaroid enhanced)

📸© Κ.Λ.
all rights reserved
(Polaroid enhanced)

📸© Κ.Λ.
all rights reserved
(Polaroid enhanced)

📸© Κ.Λ.
all rights reserved
(Polaroid enhanced)

📸© Κ.Λ.
all rights reserved
(Polaroid enhanced)

📸© Κ.Λ.
all rights reserved
(Polaroid enhanced)

📸© Κ.Λ.
all rights reserved
(Polaroid enhanced)

📸© Κ.Λ.
all rights reserved
(Polaroid enhanced)

📸© Κ.Λ.
all rights reserved
(Polaroid enhanced)

📸© Κ.Λ.
all rights reserved
(Polaroid enhanced)

📸© Κ.Λ.
all rights reserved
(Polaroid enhanced)

📸© Κ.Λ.
all rights reserved
(Polaroid enhanced)

📸© Κ.Λ.
all rights reserved
(Polaroid enhanced)

📸© Κ.Λ.
all rights reserved
(Polaroid enhanced)

📸© Κ.Λ.
all rights reserved
(Polaroid enhanced)

📸© Κ.Λ.
all rights reserved
(Polaroid enhanced)

📸© Κ.Λ.
all rights reserved
(Polaroid enhanced)

 

📸© Κ.Λ.
all rights reserved
(Polaroid enhanced)

 

📸© Κ.Λ.
all rights reserved
(Polaroid enhanced)

📸© Κ.Λ.
all rights reserved
(Polaroid enhanced)

 

επιμέλεια-κείμενο-εικόνες: Κάππα Λάμδα
© periopton 

 

 

Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευματικής Ιδιοκτησίας 
η καθ' οιονδήποτε τρόπο αναδημοσίευση, χρήση ή ιδιοποίηση 
των εικόνων (αυτούσιων ή τροποποιημένων), 
καθώς και η χρήση της βασικής σύλληψης του έργου, 
των προτεινόμενων εικαστικών λύσεων, 
αλλά και των επιμέρους (σε χώρο και έννοια) ιδεών.


 

Pursuant to copyright law, any republication, use, or appropriation of the images (whether unaltered or modified) is strictly prohibited. 
This restriction also applies to the use of the work's core concept, the proposed visual solutions, and any individual spatial or conceptual ideas.