4.20' διάβασμα
![]() |
| «Ο φωτογράφος Ρόμπερτ Κάπα σκοτώθηκε από νάρκη στην Ινδοκίνα» - αγνώστου φωτογράφου |
Υπάρχουν ιστορίες που δεν τις διηγείται κανείς γιατί δεν ήταν εκεί να τις δει. Τις συνθέτεις αργότερα, από κομμάτια — μια αφήγηση ενός στρατιώτη στο ένα μπαρ του Ανόι, την παρουσία ενός φιλμ που δεν εκτέθηκε ποτέ, τις υπεκφυγές ενός ανθρώπου που ήταν εκεί και αρνείται να μιλήσει αναλυτικά. Τις συναρμολογείς και μετά ζεις με αυτό που φτιάχτηκε — κάτι που δεν είναι αλήθεια αλλά δεν είναι και ψέμα. Κάτι ενδιάμεσο, σαν το φως της Ινδοκίνας στις τρεις το μεσημέρι, που καταυγάζει χωρίς να φωτίζει τίποτα σαφώς.
Ναμ Ντιν, Ινδοκίνα
24 Μαΐου 1954
Μια ημέρα πριν, στο μπαρ του Modern -ενός ταλαίπωρου ξενοδοχείου που είχε γνωρίσει και καλύτερες ημέρες, ο Κάπα πίνει το τρίτο του ουίσκι με τον απεσταλμένο των Τάιμς στην Ινδοκίνα. Ο ανεμιστήρας στην οροφή γυρίζει αργά, χωρίς σθένος. Στο τραπέζι δίπλα, δύο Γάλλοι αξιωματικοί συζητούν για το Ντιεν Μπιεν Φου με την φωνή ανθρώπων που έχουν χάσει κάτι μεγαλύτερο από μάχη.
— Αύριο βγαίνεις; — ρωτάει ο Μέκλιν.
Ο Κάπα κοιτάζει το ποτήρι του. Ο πάγος έχει λιώσει. Το ουίσκι έχει το χρώμα φωτογραφίας που έχει μείνει πολύ καιρό στον ήλιο. Αναπαράγει σιωπηλά αυτούς τους στίχους του Αττίλα Γιόζεφ: «Η καρδιά αισθάνεται, το μάτι αναζητά μάταια» (1921).
— Είναι μια αποστολή ρουτίνας.
Λέξη ανακριβής — «ρουτίνα» σε έναν πόλεμο που σε κάθε στροφή του μονοπατιού η γη μπορεί να είναι διαφορετική από ό,τι φαίνεται. Αλλά ρουτίνα με την έννοια ότι κανείς δεν ανέμενε κάτι. Κανείς δεν ήταν σε εγρήγορση με τον τρόπο που είσαι όταν ξέρεις ότι κάτι έρχεται.
Αυτό είναι ίσως το πιο αδύστακτο χαρακτηριστικό των νέων εποχών του πολέμου — ότι δεν χρειάζεται να ξέρεις ότι κάτι έρχεται. Αρκεί να κάνεις ένα βήμα λίγο πιο αριστερά από το αναμενόμενο.
Πριν από όλα αυτά όμως…
Ο Φρίντμαν Έντρε είχε μεγαλώσει στη Βουδαπέστη, ανάμεσα στη συναγωγή της οδού Ντοχάνι και τις ράγες του σιδηροδρομικού σταθμού Νιουγκάτι. Ζούσε σε ένα διαμέρισμα πάνω από έναν ράφτη, στην καρδιά της Ερζεμπετβάρος, της παλιάς εβραϊκής συνοικίας. Τα παραθυρόφυλλα εκεί συχνά παρέμεναν κλειστά. Όχι για να προστατευτούν από το φως, αλλά για να ξεφύγουν από τα βλέμματα.
Στο δρόμο, μιλούσαν ουγγρικά. Μέσα στο σπίτι, μιλούσαν αυστηρά τη γερμανική γλώσσα, διανθισμένη με λέξεις εβραϊκές ή γίντις, που τα παιδιά μάθαιναν να κατανοούν, αλλά να αποφεύγουν να μιλούν δημόσια. Στους τοίχους της πόλης, από το 1935, οι σβάστικες εμφανίζονταν μερικές φορές γραμμένες με κιμωλία. Τις έσβηναν στην αυγή. Επέστρεφαν το βράδυ.
Κάθε Παρασκευή, άντρες περπατούσαν κατά μήκος της οδού Ντομπ..
Σκούρα παλτά, ανέκφραστα πρόσωπα. Δεν μιλούσαν σε κανέναν. Παρατηρούσαν. Οι άνθρωποι έλεγαν ότι εργάζονταν για την κυβέρνηση Χόρθι. Ή για κανέναν. Οι άνθρωποι απέφευγαν να κάνουν ερωτήσεις.
Υπήρχαν επίσης οι γυναίκες. Πήγαιναν μόνες τους, φορώντας μαύρα γάντια, μερικές φορές στο μπράτσο ενός αξιωματικού.
Στην Κισπίπα, στην οδό Ακάτσφα, μερικοί πελάτες τις έβλεπαν να μπαίνουν μόνες. Έπιναν το ποτό τους και μετά σηκώνονταν
συνοδευόμενες από έναν άνδρα. Ο Ρέζο Σέρες έπαιζε εκεί. Σε ένα λιτό πιάνο, χωρίς διακόσμηση. Μια μελωδία σαν από έναν άλλο κόσμο: 'Σομόρου Βασάρναπ' (Μελαγχολική Κυριακή).
Ο Έντρε έμενε έξω, ακίνητος, ακουμπισμένος στον τοίχο, και άκουγε.
Λίγες δρόμους πιο πέρα, η Έβα Μπεσνιό είχε περάσει ήδη την παλιά της Rollei στον ώμο.. Ο Έμιλ Σίττια έστελνε τα χειρόγραφά του στο Παρίσι.
Ο Αττίλα Γιόζεφ είχε γράψει εκεί το "Μια Αγνή Καρδιά" σε ένα δωμάτιο πολύ κρύο. Και στα σεπαρέ του καμπαρέ Royal Orfeum, στη διεύθυνση 31 Erzsébet körút, οι μελλοντικοί συνεργάτες των ναζί έπιναν δίπλα σε εκείνους που σύντομα θα εκτελούνταν.
Ο Φρίντμαν Έντρε κοίταζε. Δεν είχε ακόμα φωτογραφική μηχανή. Δεν ήταν ακόμα Ρόμπερτ Κάπα.
Αλλά ήταν ήδη φωτογράφος.
![]() |
| η Nikon S του Κάπα που ανακτήθηκε από το πεδίο |
Τάι Μπιν, Ινδοκίνα, 25 Μαΐου
Στις 25 Μαΐου το πρωί, ο καιρός δεν ήταν ιδιαίτερος.
Αυτό είναι το πιο παράξενο πράγμα που έχω ακούσει γι' αυτή την ημέρα — ότι ο καιρός δεν ήταν ιδιαίτερος. Καμία καταιγίδα, καμία ασυνήθιστη ζέστη, κανένα σημάδι. Μόνο ο συνηθισμένος ουρανός της Ινδοκίνας, υγρός και βαρύς, σαν πανί που βράχηκε και δεν έχει στεγνώσει ποτέ εντελώς.
Περπατάει με τους Γάλλους στρατιώτες σε ένα κακοτράχαλο μονοπάτι που ελίσσεται ανάμεσα σε πλημμυρισμένα ρυζοχώραφα. Για αυτούς είναι απλώς «ο Αμερικανός». Ρόμπερτ Κάπα, είναι το όνομα του «Αμερικανού φωτογράφου» που επινόησε, ένας θρύλος χωρίς συμβιβασμούς: παράτολμος, αλκοολικός, ερασιθάνατος. Του αρέσει να ανεβαίνει ψηλά για να φωτογραφίζει, να αναζητά την ευρεία εικόνα, τη γενική άποψη. Όπως και τώρα που θέλει μια συγκεκριμένη εικόνα: τη φάλαγγα από ψηλά, με τα πλημμυρισμένα ρυζοχώραφα να αντανακλούν τον ουρανό σαν σπασμένος καθρέφτης.
![]() |
| η τελευταία -έγχρωμη- φωτογραφία του Ρόμπερτ Κάπα με την Nikon S. © Robert Capa ICP Νέα Υόρκη |
Έτσι απομακρύνεται. Φεύγει από το σίγουρο μονοπάτι. Ανεβαίνει την πλαγιά. Τα χόρτα φτάνουν σχεδόν στο γόνατο. Κάνει ένα βήμα ακόμα. Το αριστερό του πόδι πατάει κάτι που δεν είναι γη, δεν είναι πέτρα, δεν είναι ρίζα. Ένας ήχος μεταλλικός, σιγανός, σχεδόν ευγενικός — αλλά τελεσίδικος.
Τη στιγμή που πατάει τη νάρκη έχει πρώτα μια αίσθηση, σαν να πατάει σε κάτι που αναπνέει κάτω από τη γη. Μια στιγμή, ένα κλάσμα, αρκετό για να θυμηθεί τον Φρίντμαν Έντρε που έγινε Ρόμπερτ Κάπα στο Παρίσι, στα τέλη της δεκαετίας του τριάντα, όταν χρειάστηκε ένα αμερικανικό όνομα για να πουλήσει τις φωτογραφίες του. Ο Φρίντμαν Έντρε, το παιδί από τη Βουδαπέστη που παρατηρούσε πολύ έντονα, και ο Ρόμπερτ Κάπα ο άντρας που έμαθε να κουβαλά αυτή τη ματιά κάπου πιο μπροστά από το σώμα του, εκτεθειμένο, όταν ήθελε να αποτυπώσει κάτι συγκλονιστικό.
Μετά, η έκρηξη.
Στις 25 Μαΐου 1954, αυτό το βλέμμα εκτινάχθηκε τρία μέτρα μακριά και προσγειώθηκε στη λάσπη της Ινδοκίνας. Το ίδιο και η Nikon S με το έγχρωμο φιλμ.
Το σώμα ακολούθησε αμέσως μετά. Με τα χέρια ανοιχτά σαν να ετοιμαζόταν να αγκαλιάσει κάτι ή να αφεθεί να πέσει — δεν ξέρω αν υπάρχει διαφορά.
Το ένα χέρι κρατούσε σφιχτά την Contax IIa, αυτή που είχε τραβήξει την τελευταία φωτογραφία. Οι στρατιώτες σχηματίζουν κύκλο. Ένας γιατρός γονατίζει. Τον ακουμπάει, ψάχνει σφυγμό. Κάνει το γνωστό νεύμα. «Νεκρός». Μια λέξη καταληκτική σαν το κλείσιμο του κλείστρου.
Τυλίγουν το σώμα στον γνωστό σκουροπράσινο μουσαμά. Η Nikon S περισυλλέγεται. Στον καρπό του, το ρολόι έχει σταματήσει: 14:55. Ήταν ένα όμορφο απογευματάκι. Βόρεια του Τάι Μπιν, σε ένα μονοπάτι που οδηγούσε πουθενά, ο Ρόμπερτ Κάπα, ο Φρίντμαν Έντρε, το παιδί από τη Βουδαπέστη που δεν είχε μάθει να υποχωρεί, έγινε για πάντα μέρος της γης που φωτογράφιζε.
Και κάπου, σε ένα λιτό πιάνο χωρίς διακόσμηση, το Σομόρου Βασάρναπ συνεχίζει να παίζει, για όσους μένουν ακόμα έξω, ακίνητοι, ακουμπισμένοι σε τοίχους, να ακούνε. (Κ. Λ.)
επιμέλεια-κείμενο: Κάππα Λάμδα
© periopton
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση
του παρόντος άρθρου (ολόκληρου ή αποσπασμάτων)























.webp)






























.webp)

