3' διάβασμα
Η ταινία «Το κορίτσι με τη Leica» της Αλίνα Μαράτσι, που έκανε πρεμιέρα στο φεστιβάλ της Βενετίας φέρνει ξανά στο προσκήνιο μια από τις πιο συναρπαστικές, αλλά και άδικες ιστορίες του παγκόσμιου φωτορεπορτάζ, την ιστορία μιας γυναίκας φωτογράφου, της οποίας οι λήψεις πιστώθηκαν σε κάποιον άλλον.
Στον πυρήνα της βρίσκεται η αποκάλυψη ότι ο θρυλικός «Ρόμπερτ Κάπα», ο πιο διάσημος ίσως πολεμικός φωτορεπόρτερ του 20ού αιώνα, δεν ήταν ένα υπαρκτό πρόσωπο, αλλά ένα επινοημένο όνομα, που ενώ χάρισε παγκόσμια δόξα στον έναν από τους δύο δημιουργούς του, οδήγησε στον σχεδόν ολοκληρωτικό αφανισμό της Γκέρντα Τάρο από τα βιβλία της ιστορίας.
Πέρα από την πληρότητα του σεναρίου και την επάρκεια των ηθοποιών —θέμα που εμπίπτει ούτως ή άλλως στη δικαιοδοσία των κριτικών κινηματογράφου—, περισσότερο ενδιαφέρει μια λεπτομέρεια θαμμένη στην πλοκή· μια λεπτομέρεια που μπορεί να έχει μεγαλύτερη σημασία για οποιονδήποτε έχει βγάλει ποτέ μια φωτογραφία και την είδε να δημοσιεύεται χωρίς το όνομά του, είτε από σκοπιμότητα είτε από αμέλεια.
Η πραγματική ιστορία ξεκινά τη δεκαετία του 1930, μέσα στη δίνη του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου. Δύο νέοι φωτογράφοι, η Γκέρντα Ποχορίλε (γνωστή με το ψευδώνυμο Γκέρντα Τάρο), μια Εβραία πρόσφυγας από τη ναζιστική Γερμανία, και ο Έντρε Φρίντμαν, ένας Ούγγρος Εβραίος εμιγκρές, βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Αντιμετωπίζοντας τον έντονο αντισημιτισμό της εποχής και συνειδητοποιώντας ότι τα εβραϊκά τους ονόματα αποτελούσαν τροχοπέδη για τις πωλήσεις τους, πήραν μια καθαρά εμπορική απόφαση. Κατασκεύασαν μια νέα περσόνα: τον Ρόμπερτ Κάπα, έναν μυστηριώδη, γοητευτικό και εύπορο Αμερικανό πλέιμποϊ με ιταλικές ρίζες.
![]() |
| Ρόμπερτ Κάπα, η Γκέρντα Τάρο στο μέτωπο στη Γκουανταλαχάρα το 1937, λίγο πριν σκοτωθεί, Ισπανία, © International Center of Photography - Magnum Photos |
Η στρατηγική τους αποδείχθηκε εξαιρετικά επιτυχής. Οι διευθυντές φωτογραφίας των μεγάλων περιοδικών και το αναγνωστικό κοινό πείστηκαν αμέσως, γεγονός που οδήγησε σε υψηλότερες αμοιβές και περισσότερες αναθέσεις. Τελικά, το πίστεψε και η Ιστορία, πιστώνοντας σε έναν επινοημένο άνδρα το έργο δύο πραγματικών φωτογράφων, πολύ μετά τον θάνατο της μίας εξ αυτών. Μαζί, η Τάρο και ο Φρίντμαν, κάτω από την κοινή αυτή υπογραφή, εισάγουν καινοτόμες πρακτικές στο πολεμικό ρεπορτάζ. Αντί για τις τυπικές προπαγανδιστικές εικόνες, η κάμερά τους εστίασε στους απλούς ανθρώπους: άνδρες και γυναίκες που σήκωσαν το βάρος των μαχών. Μάλιστα, οι γυναίκες μαχήτριες ενέπνευσαν την Τάρο να υιοθετήσει τη χαρακτηριστική μπλε ολόσωμη φόρμα, η οποία μετατράπηκε στο προσωπικό της σήμα κατατεθέν.
Ωστόσο, η μοίρα της κοινής τους προσπάθειας σφραγίστηκε από την τραγωδία και την προσωπική φιλοδοξία. Το 1937, κατά τη διάρκεια της υποχώρησης από τη μάχη της Μπρουνέτε, η Τάρο έχασε τη ζωή της σε ηλικία μόλις 26 ετών, όταν παρασύρθηκε από ένα τανκ. Μετά τον θάνατό της, ο Φρίντμαν οικειοποιήθηκε πλήρως το ψευδώνυμο. Κράτησε το όνομα «Ρόμπερτ Κάπα» αποκλειστικά για τον εαυτό του και έχτισε πάνω σε αυτό μια μυθική καριέρα. Η ιστορία, με τη σειρά της, αποδέχθηκε αυτή την εκδοχή, πιστώνοντας το έργο δύο ανθρώπων σε έναν φανταστικό άνδρα, αφήνοντας το όνομα της Τάρο στη λήθη.
![]() |
| η Γκέρντα Τάρο και ο Ρόμπερτ Κάπα, μαζί σε ένα καφέ στο πεζοδρόμιο, Παρίσι, Γαλλία, 1936. © Αρχείο Φρεντ Στάιν/ GettyImages |
Για δεκαετίες, κανένας επίσημος φορέας ή ιστορικός δεν μερίμνησε για την αποκατάσταση της αλήθειας. Η δικαίωση άργησε εβδομήντα ολόκληρα χρόνια, μέχρι το 2007, όταν στην Πόλη του Μεξικού ανακαλύφθηκε μια βαλίτσα με χαμένα αρνητικά. Η εξονυχιστική, εγκληματολογική εξέταση των φιλμ αυτών, καρέ-καρέ, επέτρεψε στους αρχειονόμους να διαχωρίσουν το έργο των δύο φωτογράφων. Η ανάλυση απέδειξε ποια από τα εμβληματικά στιγμιότυπα είχαν αποτυπωθεί από τον φακό της Τάρο και ποια από τον Φρίντμαν, φέρνοντας στο φως το κλεμμένο έργο της. (βλέπε: η ιστορία της «βαλίτσας του Μεξικού»)
Η ταινία πραγματεύεται εκτενώς τη σχέση των δύο δημιουργών με το μέσο τους, τονίζοντας το «θαύμα της Leica». Η συγκεκριμένη φωτογραφική μηχανή, χάρη στο μικρό και συμπαγές της μέγεθος, τους επέτρεπε να κινούνται απαρατήρητοι και να καταγράφουν με μοναδική αμεσότητα τη φρίκη του πολέμου και από πολύ χαμηλές, δυναμικές γωνίες. Παράλληλα, όμως, αναδεικνύεται μια βαθιά ειρωνεία: ενώ μια φωτογραφία έχει τη δύναμη να νικήσει τον χρόνο, η ταυτότητα του δημιουργού της μπορεί να σβήσει με απόλυτη ευκολία.
Αυτή η ανθρώπινη διάσταση κορυφώνεται στη σκηνή όπου ο Φρίντμαν πληροφορείται τον θάνατο της συντρόφου του. Μέσα στον τρόμο και τη θλίψη του, συνειδητοποιεί ότι παρά τις χιλιάδες λήψεις που έκαναν μαζί, διαθέτει μόνο δύο φωτογραφίες της. Σε εκείνη τη στιγμή, η εμπορική προσποίηση καταρρέει. Η φωτογραφία επιστρέφει στην πιο αγνή, θεμελιώδη μορφή της: στην υπαρξιακή ανάγκη του ανθρώπου να κρατηθεί από μια εφήμερη στιγμή, να διασώσει τη μνήμη εκείνων που αγαπά.
Αν και ορισμένοι κριτικοί κινηματογράφου, όπως ο Λι Μάρσαλ, επισημαίνουν ότι το ιμπρεσιονιστικό στυλ της σκηνοθεσίας κρατά την Taro «μακριά μας», ακόμη και όταν προσπαθεί να την αποκαταστήσει, η ταινία επιτελεί ένα σπουδαίο έργο. Ακόμα και αν η ίδια η Τάρο παραμένει μια φιγούρα εν μέρει άπιαστη, η υπενθύμιση της προσφοράς της είναι απαραίτητη. Μετά από επτά δεκαετίες σιωπής, η γυναίκα πίσω από μερικές από τις πιο συγκλονιστικές εικόνες του προηγούμενου αιώνα αρχίζει επιτέλους να καταλαμβάνει τη θέση που της αξίζει στην ιστορία της τέχνης. ✍ Κ. Λ.
επιμέλεια-κείμενο: Κάππα Λάμδα
© periopton
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση
του παρόντος άρθρου (ολόκληρου ή αποσπασμάτων)





















.webp)





















.webp)






















%201.webp)
