3' διάβασμα
![]() |
| 📸© Κ.Λ. all rights reserved |
Στο μυθιστόρημα της Σανάκα Χιράγκι, η ιστορία δεν εκτυλίσσεται στον πραγματικό κόσμο, αλλά σε μια γαλήνια, υπερβατική διάσταση. Είναι μια χρονική ρωγμή, ένας σταθμός τράνζιτ ανάμεσα στον κόσμο των ζωντανών και τη μετά θάνατον ζωή, υπό τη μορφή φωτογραφείου, όπου όλα τα σημαίνοντα είναι στη θέση τους. Ο προθάλαμος, τα λουλούδια, η ησυχία, το χάρτινο (ζωγραφισμένο;) φόντο, η αρχοντική σεζλόνγκ μπροστά απ΄αυτό, η βαριά ξύλινη μηχανή στούντιο, αλλά με τη μικρή ειδοποιό διαφορά πως οι «πελάτες»... είναι νεκροί.
Σε αυτό το μεταίχμιο, ο χρόνος μοιάζει να αναστέλλεται, και ο χώρος γίνεται ένας συμβολικός φακός μέσα από τον οποίο προβάλλεται το νόημα της ζωής, ενώ η τελική «λήψη» λειτουργεί σαν γέφυρα που οδηγεί ήρεμα προς το άγνωστο που ακολουθεί.. Γραμμένο στο πνεύμα της ιαπωνικής «comfort fiction», απευθύνεται σε οπαδούς του Studio Ghibli (Οι περιπέτειες του Τοτόρο, Ταξίδι στη Χώρα των Θαυμάτων κλπ.) και του «Πριν κρυώσει ο καφές» (Before the Coffee Gets Cold), το βιβλίο ξεχωρίζει όχι μόνο για την πρωτόγνωρη συνθήκη, αλλά γιατί υπενθυμίζει επίσης πόσες πολύτιμες αναμνήσεις κρύβουν οι πιο απλές, καθημερινές στιγμές. Ακριβώς όπως τα κοινότοπα φωτογραφικά στιγμιότυπα. (Κ. Λ.)
ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το βιβλίο:
Στο παλιό ρολόι τοίχου, οι δείκτες και το εκκρεμές ήταν σταματημένα. Ο Χιρασάκα αφουγκράστηκε προσεκτικά. Στο εσωτερικό του φωτογραφείου δεν ακουγόταν τίποτα- η σιωπή ήταν σχεδόν εκκωφαντική.
Τα δερμάτινα παπούτσια του βυθίζονταν μαλακά στο παλιό κόκκινο χαλί. Άγγιξε απαλά μετα δάχτυλά του τα πέταλα απ' τη μικρή σύνθεση με άνθη γεντιανής που ήταν τοποθετημένη πάνω στον πάγκο της υποδιοχής. Διόρθωσε ελαφρώς τη γωνία των λουλουδιών.
Στο βάθος της εισόδου, η διπλή πόρτα ήταν διάπλατα ανοιχτή, αποκαλύπτοντας το στούντιο. Κάτω από το αμυδρό φως μιας λάμπας, κρεμόταν ένα χάρτινο φόντο, μπροστά στο οποίο στεκόταν ένα πολυτελές ανάκλιντρο. Πάνω σε μια βάση υπήρχε επίσης μια μεγάλη φωτογραφική μηχανή με φυσούνα. Τόσο η βάση όσο και η ίδια η μηχανή ήταν φτιαγμένες από στιβαρό ξύλο. Το μέγεθος της συσκευής ήταν τέτοιο, που δύσκολα θα μπορούσε να την κρατήσει στα χέρια του ένας μόνο άνθρωπος - προκαλώντας τον θαυμασμό των πελατών του Χιρασάκα, που δεν παρέλειπαν να σχολιάσουν την ιδιόμορφη όψη της: «Τι φοβερή κάμερα είναι αυτή! Είναι σαν ξύλινο κουτί!» Οι πελάτες που γνώριζαν από φωτογραφικές μηχανές έλεγαν: «Αχ, τι νοσταλγικό. Anthony δεν είναι;» κι αποκεί η κουβέντα στρεφόταν στις κάμερες.
Σαν σκιά, κάτι φάνηκε να περνά έξω από το παράθυρο, και ακούστηκε μια φωνή: «Παράδοση, έχω παράδοση! Κύριε Χιρασάκααα!»
Το χτύπημα στην πόρτα -τοκ το-τοκ, το τοκ- είχε έναν σχεδόν χαρούμενο ρυθμό.
Με τη σκέψη ότι αυτός ο άνθρωπος φαινόταν πάντα χαρούμενος, παρόλο που κάθε φορά έκανε ακριβώς το ίδιο πράγμα, ο Χιρασάκα άνοιξε την πόρτα.
Απέξω στεκόταν ένας νεαρός με στολή διανομέα. Φορούσε το καπέλο του γυρισμένο προς τα πίσω και, όπως πάντα, έσπρωχνε μπροστά του ένα καροτσάκι. Ποπό, σλέφτηκε ο Χιρασάκα, βλέποντας το μέγεθος του πακέτου πάνω στο καροτσάκι, και χαμογέλασε θλιμμένα.
Στο στήθος της στολής του νεαρού υπήρχε το σήμα μιας λευκής γάτας και μια ετικέτα με το όνομά του, Γιάμα. Το ξυρισμένο του κεφάλι ταίριαζε αρμονικά με το ηλιοκαμένο δέρμα του.
«Η επόμενη πελάτισσα είναι μια ζωηρή νεαρή κοπέλα» είπε κρατώντας έναν φάκελο στο χέρι του.
«Δεν πρέπει να λες ψέματα».
«Κύριε Χιρασάκα, το δέμα είναι πολύ βαρύ για να το κουβαλήσω μόνος μου, μπορείς να με βοηθήσεις; Έχω και εγώ καιρό να δω τόσο μεγάλο δέμα. Πρέπει να είναι φωτογραφίες εκατό χρόνων!»
Με μια φωνή, οι δύο άντρες σήκωσαν κι έβαλαν το μεγάλο δέμα πάνω στον πάγκο της υποδοχής.
[...] Ο Χιρασάκα ψαχούλευε μέσα στο μεγάλο κουτί που ήταν πάνω στο γραφείο. Από μέσα άρχισε να βγάζει κάμποσες δεσμίδες με κάτι που έμοιαζε με έγγραφα. Η κάθε δεσμίδα ήταν στερεωμένημε μια λωρίδα λευκό χαρτίκαι ήταν πολύ μεγάλη για να την πιάσει μόνο με το ένα χέρι.
«Τι είναι αυτά; Πού να 'ναι τα γυαλιά πρεσβυωπίας μου; Χωρία γυαλιά δεν μπορώ να δω τίποτα».
«Κι όμως, σίγουρα μπορείτε και χωρίς γυαλιά. Προσπαθήστε λίγο να συγκεντρωθείτε στα μάτια σας» είπε ο Χιρασάκα.
Κάνοντας όπως της είπε, η Χατσούε συγκεντρώθηκε κοιτάζοντας τις δεσμίδες μπροστά της, και η όρασή της, που μέχρι τότε ήταν θολή, άρχισε να εστιάζει μέχρι που όλα έγιναν ολοκάθαρα. Είχε καιρό να δει με γυμνό μάτι τόση λεπτομέρεια.
«Αχ...» αναφώνησε, βλέποντας τι είχε μπροστά της.
Ήταν φωτογραφίες. Και ήταν εκατοντάδες. Ποιός τις είχε άραγε τραβήξει; Υπήρχε η πλατεία κοντά στο σπίτι όπου ζούσε όταν ήταν παιδί, η μητέρα και ο πατέρας της όταν ήταν νέοι - διάφορες φωτογραφίες. Το μέγεθός τους ήταν μεγαλύτερο από το συνηθισμένο, κι έτσι φαίνονταν εντυπωσιακές.
«Αυτές οι φωτογραφίες, κυρία Χατσούε, είναι οι φωτογραφίες της ζωής σας. Μία για κάθε ημέρα, τριακόσιες εξήντα πέντε για κάθε χρόνο. Και καθώς μιλάμε για ενενήντα δύο χρόνια, ο αριθμός γίνεται τεράστιος...»
Η Χάτσουε άρχισε να τις ξεφυλλίζει μία μία. Και καθεμία της έφερνε στον νου μνήμες ξεχασμένες από καιρό. Τον ασπρομάτη που κούρνιαζε στο λωτόδεντρο δίπλα στην πύλη του πατρικού της. Το ξύλινο κουτί όπου φύλαγαν τα μπουκάλια απ' το γάλα. Το φως που περνούσε απ' τις γρίλιες της καγκελόπορτας στην είσοδο, σχηματίζοντας όμορφα ριγέ μοτίβα. (μτφρ. Τσιούστα Βίκη)
ⓘ το παρόν απόσπασμα δημοσιεύεται κατόπιν αδείας του εκδοτικού οίκου και υπόκειται σε πνευματικά δικαιώματα
![]() |
| 'Το Μαγικό φωτογραφείο του κυρίου Χιρασάκα' της Σανάκα Χιράγκι μετάφραση Τσιούστα Βίκη εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ σελίδες 192 |
επιμέλεια-κείμενο: Κάππα Λάμδα
© periopton
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση
του παρόντος άρθρου (ολόκληρου ή αποσπασμάτων)
της εικόνας συμπεριλαμβανομένης





,%201886%20%C2%A9%20Science%20Museum%20Group.webp)






,%20%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF%20%CE%91%CE%BB%CE%B9%CE%BD%CE%AC%CF%81%CE%B9,%20%CE%A6%CE%BB%CF%89%CF%81%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B1.webp)



























,%202025,.webp)


