4.30' διάβασμα
Όταν οι ζωγράφοι ανακάλυψαν το φωτογραφικό μέσο
![]() |
| Μπράιτνερ, Κοπέλα με κόκκινο κιμονό (1893-95) κάτω: Κοπέλα με κιμονό στο ατελιέ του Μπράιτνερ |
Τι συμβαίνει όταν ένας ζωγράφος χρησιμοποιεί μια φωτογραφική μηχανή; Η πρώτη, σχεδόν αυτονόητη απάντηση θα ήταν ότι απλώς αλλάζει μέσο. Κι όμως, αν ανατρέξει κανείς στην ιστορία της τέχνης, θα ανακαλύψει κάτι πολύ πιο σύνθετο. Από τα τέλη του 19ου αιώνα και έπειτα, αρκετοί ζωγράφοι δεν αντιμετώπισαν τη φωτογραφία ούτε ως ανταγωνιστή ούτε αποκλειστικά ως βοηθητικό μέσο. Τη χρησιμοποίησαν σαν έναν εναλλακτικό τρόπο παρατήρησης. Μέσα από πρόχειρα καδραρίσματα, θολές λήψεις, διπλοεκθέσεις και στιγμές χωρίς εμφανή καλλιτεχνική πρόθεση, η φωτογραφική μηχανή έγινε ένα πεδίο ελευθερίας. Και ίσως ακριβώς εκεί, στην απουσία πρόθεσης, βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον κομμάτι αυτής της ιστορίας.
Η τεχνολογική αλλαγή έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Η διάδοση των φωτοευαίσθητων πλακών και, αργότερα, η εμφάνιση της μικρής και ελαφριάς φορητής κάμερας, μετέτρεψαν τη φωτογραφία σε μια καθημερινή, σχεδόν αυθόρμητη πρακτική. Μπορούσε πλέον κάποιος να συλλάβει το στιγμιότυπο, την κίνηση, μια έκφραση, ένα σώμα σε κίνηση, μια φιγούρα ασαφή. Δεν απαιτούσε τη σκηνοθετημένη πόζα του πορτρέτου ούτε την ακινησία της παλαιότερης φωτογραφικής διαδικασίας. Η εικόνα μπορούσε να συμβεί πριν προλάβει ο δημιουργός να αποφασίσει αν άξιζε να συμβεί.
Αυτό φαίνεται ιδιαίτερα στους καλλιτέχνες της ομάδας Nabis(*). Ο Πιερ Μπονάρ, ο Εντουάρ Βιγιάρ, ο Μορίς Ντενί και ο Φέλιξ Βαλοτόν φωτογράφιζαν οικογένεια, φίλους, ταξίδια και καθημερινές στιγμές χωρίς να συμπεριφέρονται σαν επαγγελματίες φωτογράφοι. Οι εικόνες τους συχνά είναι φλουταρισμένες, ατελείς, κάπως στραβές ή αμήχανες. Και όμως, αυτή η ατέλεια δεν αποτελεί απλώς τεχνική αδυναμία. Αποκαλύπτει έναν διαφορετικό τρόπο θέασης: η φωτογραφία δεν χρειάζεται να είναι «σωστή» για να είναι ενδιαφέρουσα. Μπορεί να λειτουργεί σαν θραύσμα μνήμης, σαν ίχνος μιας στιγμής που ξέφυγε από τον έλεγχο.
Η φωτογραφία εισχωρεί επίσης έναν πιο προσωπικό και ευάλωτο χώρο αυτόν του ιδιωτικού βίου και το κρυφό μετατρέπεται σε οπτική πρώτη ύλη. Οι λήψεις της Μαρτ από τον Μονάρ στον κήπο συνομιλούν με τις μεταγενέστερες ζωγραφικές του συνθέσεις, όχι απαραίτητα μόνο ως προσχέδια, αλλά και ως αναμνήσεις που επανέρχονται μεταπλασμένες. Όταν όμως η Μαρτ φωτογραφίζει τον Μπονάρ, οι παραδοσιακοί ρόλοι αντιστρέφονται: εκείνος που συνήθως κοιτάζει γίνεται αντικείμενο του βλέμματος. Ο δημιουργός παύει για λίγο να ελέγχει την εικόνα του. Κάτι ανάλογο συμβαίνει με τους εσωτερικούς χώρους του Βιγιάρ, όπου η φωτογραφική καταγραφή και η ζωγραφική μοιάζουν να μοιράζονται την ίδια ατμόσφαιρα: απομόνωση, σιωπή, τονική πυκνότητα. Παρόμοια, ο Έντβαρντ Μουνκ χρησιμοποιεί τη φωτογραφία για να σκηνοθετήσει μια εικόνα του εαυτού του ως Μαρά, κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του το 1909. Εδώ η κάμερα δεν καταγράφει απλώς μια πραγματικότητα. Κατασκευάζει μια σκηνή, ένα προσωπικό φαντασιακό, ένα είδος αυτομυθολογίας.
![]() |
| Σαρλ-Φρανσουά Ζαντέλ «δεμένη γυναίκα», 1890-1900 © Musée d' Orsay |
![]() |
| Εντουάρ Βιγιάρ, «δύο ομπρέλες ηλίου», 1902 |
![]() |
| Τζορτζ Χέντρικ Μπράιτνερ, «Άλογα όπως φαίνονται από ψηλά» |
![]() |
| Έντβαρντ Μουνκ, «Αυτοπροσωπογραφία α λα Μαρά» |
![]() |
| Μπονάρ, Η Μαρτ στο Μονβάλ, όρθια δίπλα σε μια καρέκλα, 1900-01. © Musée d' Orsay |
Η σχέση αυτή γίνεται ακόμη πιο εμφανής στην περίπτωση του Τζορτζ Χέντρικ Μπράιτνερ. Το τεράστιο φωτογραφικό του αρχείο, με περίπου 2.300 αρνητικά, φανερώνει έναν καλλιτέχνη γοητευμένο από την κίνηση της πόλης την οποία δεν προσπαθεί να «παγώσει». Αντίθετα, οι «κουνημένες» λήψεις του εξασφαλίζουν τη ροή της. Η αίσθηση αυτή περνά και στη ζωγραφική του, όπου η κίνηση δεν περιορίζεται στο μοντέλο αλλά διαχέεται σε ολόκληρη την εικόνα.
Η φωτογραφία, λοιπόν, δεν αντιγράφεται από τη ζωγραφική· μεταφέρει σε αυτήν έναν διαφορετικό ρυθμό.
Το σημαντικό είναι ότι η επιρροή ανάμεσα σε φωτογραφία και ζωγραφική είναι αμφίδρομη, αποτελώντας έναν από τους πιο συναρπαστικούς διαλόγους στην ιστορία της τέχνης. Ο Μορίς Ντενί, χρόνια μετά τη δημιουργία του έργου «Στην Παραλία (Δύο Κορίτσια στο Κόντρα Φως)», επέστρεψε στην ίδια τοποθεσία με φωτογραφική μηχανή και επιχείρησε να ξανασυνθέσει φωτογραφικά εκείνο που είχε ήδη ζωγραφίσει. Σαν να επέστρεφε η εικόνα στην πραγματικότητα για να δοκιμάσει ξανά την αντοχή της. Ο ζωγράφος φωτογραφίζει πλέον όχι για να ανακαλύψει κάτι άγνωστο, αλλά για να ξαναδεί κάτι που ο ίδιος είχε ήδη μετατρέψει σε τέχνη.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, μάλιστα, τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό γίνονται ακόμη πιο ασταθή. Οι φωτογραφίες πνευμάτων, οι διπλοεκθέσεις, οι ασαφείς μορφές και τα πειράματα με το φωτογραφικό υλικό δείχνουν μια εποχή γοητευμένη από ό,τι δεν μπορούσε να εξηγηθεί πλήρως. Η φωτογραφία, ενώ θεωρούνταν κατεξοχήν μέσο καταγραφής, αποδεικνυόταν ικανή να παράγει αμφιβολία. Το λάθος, η χημική αστοχία ή το τυχαίο αποτέλεσμα μπορούσαν να δημιουργήσουν εικόνες που έμοιαζαν να βρίσκονται ανάμεσα σε δύο κόσμους.
![]() |
| Μορίς Ντενί, «Στην Παραλία» (γνωστό επίσης σαν 'δυο κορίτσια κόντρα στο φως'),1892 |
![]() |
| Μορίς Ντενί, δυο κορίτσια στην ακροθαλασσιά παίζοντας με τη μικρή Μαντλέν, 1909, © Musée Maurice Denis, France |
Μετά τον πόλεμο, η σχέση των δύο μέσων αποκτά ακόμη πιο συνειδητά πειραματική μορφή. Ο Φράνσις Πικάμπια και, αργότερα, καλλιτέχνες όπως ο Γκέρχαρντ Ρίχτερ και ο Ζίγκμαρ Πόλκε, αντιμετωπίζουν τη φωτογραφία ως υλικό που μπορεί να αποδομηθεί, να μετασχηματιστεί και να επιστρέψει στη ζωγραφική με νέα σημασία. Ο Ρίχτερ, δουλεύοντας με οικογενειακές φωτογραφίες, αρχειακό υλικό και εικόνες από τον Τύπο, μετατρέπει το φωτογραφικό στιγμιότυπο σε πεδίο μνήμης. Στον «Θείο Ρούντι», η εικόνα ενός νεαρού άνδρα με στολή των SS δεν είναι απλώς ένα οικογενειακό τεκμήριο· γίνεται σημείο συνάντησης της προσωπικής μνήμης με το τραυματικό ιστορικό παρελθόν. Η θολότητα, η απόσταση και η αβεβαιότητα αποκτούν έτσι περιεχόμενο.
Ο Πόλκε κινείται ακόμη πιο απρόβλεπτα, πειραματιζόμενος με τα φωτογραφικά χημικά και αφήνοντας τη διαδικασία να παράγει απρόσμενες μεταμορφώσεις. Η εικόνα παύει να είναι ένα απτό αντικείμενο και γίνεται συμβάν. Χρόνοι, χώροι, χρώματα και χημικές αντιδράσεις συναντιούνται σε ένα αποτέλεσμα που δεν ελέγχεται πλήρως από τον δημιουργό. Και ίσως αυτό να είναι το κοινό νήμα που ενώνει τόσο διαφορετικούς καλλιτέχνες: η επιθυμία να αφήσουν την εικόνα λίγο ελεύθερη.
![]() |
| © Sigmar Polke |
![]() |
| Γκέρχαρντ Ρίχτερ, «Θείος Ρούντι»,1965 © Gerhard Richter |
Τελικά, λοιπόν, είναι οι ζωγράφοι φωτογράφοι σαν τους άλλους; Το ερώτημα δεν έχει να κάνει τόσο με την τεχνική όσο με το βλέμμα. Ο ζωγράφος που φωτογραφίζει δεν παύει να είναι ζωγράφος· κουβαλά μαζί του τις συνήθειες, τις νόρμες και τις αναζητήσεις του καμβά. Γι’ αυτό και συχνά αποδέχεται το θόλωμα, το λάθος, το μισοτελειωμένο. Η φωτογραφία γίνεται ένα «τελευταίο μάτι», όχι επειδή ολοκληρώνει τη ζωγραφική, αλλά επειδή παρατείνει την πράξη της παρατήρησης.
Ίσως εκεί βρίσκεται και η πιο ουσιαστική απάντηση. Οι ζωγράφοι δεν φωτογραφίζουν πάντοτε για να δημιουργήσουν ένα έργο. Φωτογραφίζουν για να συνεχίσουν να βλέπουν. Η μηχανή τους επιτρέπει να κρατήσουν μια στιγμή πριν χαθεί, αλλά και να αποδεχθούν ότι καμία εικόνα δεν είναι τελικά ολοκληρωμένη. Το πραγματικό περνά μέσα από τον φακό, μεταμορφώνεται από τη μνήμη και επιστρέφει ως κάτι άλλο. Όχι ως αντίγραφο του κόσμου, αλλά ως υπενθύμιση ότι κάθε βλέμμα —είτε ζωγραφικό είτε φωτογραφικό— είναι ήδη μια μορφή επιλογής, φαντασίας και επιθυμίας. ✍ Κ. Λ.
(*)Η Ομάδα Ναμπί (Les Nabis) ήταν μια πρωτοποριακή ομάδα Γάλλων μεταϊμπρεσιονιστών καλλιτεχνών που δραστηριοποιήθηκε στο Παρίσι από το 1888 έως το 1899.
Δείτε επίσης:
επιμέλεια-κείμενο: Κάππα Λάμδα
© periopton
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση
του παρόντος άρθρου (ολόκληρου ή αποσπασμάτων)
,%20bottom%20Girl%20in%20a%20kimono%20in%20Breitner%E2%80%99s%20studio%20on%20Lauriersgracht,%20Amsterdam.webp)





%20Maurice%20Denis,1892.webp)































