5.30' διάβασμα
Συμβάλλοντας και εγώ –κατά το δυνατόν– στη διακοσιετηρίδα της αγαπημένης Ερμούπολης, παραθέτω μια παιδική ανάμνηση που πηγαίνει πίσω εξήντα τόσα χρόνια.
![]() |
| από την ενότητα 'ο δρόμος του προσκυνητή' 📸© Κ.Λ. all rights reserved |
Στην ανατολική πλευρά της Σύρου, στον δρόμο που οδηγεί στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, υπάρχει μια είσοδος που δεν ξεχνιέται εύκολα. Δεν είναι η μεγαλοπρέπεια της, ούτε κάποια αρχιτεκτονική ιδιαιτερότητα που την κάνει να ξεχωρίζει. Είναι ένα όνομα γραμμένο στο υπέρθυρο, ανεξίτηλο στο χρόνο και τη μνήμη: Χαρίκλεια. Η Χαρίκλεια δεν είναι απλώς ένα όνομα. Είναι τοπόσημο. Είναι αφήγημα. Είναι ο τρόπος που ένα νησί διηγείται τη βιομηχανική του ιστορία μέσα από έναν αστικό μύθο. Ένας αστικός μύθος γεννημένος στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, που ξεκινάει από την είσοδο ενός εγκαταλελειμμένου σμυριδορυχείου, σιωπηλού πλέον από πολλές δεκαετίες και εξυφαίνεται στις σκοτεινές στοές του. Τα ορυχεία της Σύρου, αν και όχι τόσο σημαντικά όπως άλλων κυκλαδίτικων νησιών, υπήρξαν κάποτε παράγοντες της οικονομικής δραστηριότητας του νησιού. Όμως, όταν οι στοές έκλεισαν και οι εργάτες αποχώρησαν, το λατομείο δεν έμεινε απλώς ένα βιομηχανικό κατάλοιπο. Μετατράπηκε σε κάτι πολύ πιο περίπλοκο: σε τόπο συνάντησης του πραγματικού με το φανταστικό, της ιστορίας με τον μύθο.
Η προέλευση του ονόματος Χαρίκλεια παραμένει ακόμη και σήμερα υπόθεση εικασιών.
Η πιο αθώα εκδοχή, που απευθυνόταν σε ανήλικο κοινό, θέλει ένα μικρό κορίτσι, τη Χαρίκλεια, να χάνεται μέσα στις στοές ενώ πηγαίνει φαγητό στον πατέρα της, εργάτη του ορυχείου. Παρά τις έρευνες, δεν βρέθηκε ποτέ. Έκτοτε, οι περαστικοί ισχυρίζονται πως ακούνε κλάματα και φωνές, την προσπάθεια ενός παιδιού να βρει την έξοδο από τον σκοτεινό λαβύρινθο των στοών.
Υπάρχει όμως και μια σκοτεινότερη, ενήλικη εκδοχή. Μια οικιακή βοηθός, έγκυος από το αφεντικό της, καταφεύγει στις στοές για να γεννήσει μακριά από τα επικριτικά βλέμματα μιας κοινωνίας που κυριαρχούνταν από αυστηρές, πουριτανικές απόψεις. Μιας κοινωνίας γεμάτης αμφιθυμίες. Ο θάνατός της στα έγκατα της γης, και το αβοήθητο μωρό που έμεινε πίσω, έδωσαν ζωή σε μια άλλη διάσταση του μύθου: τα κλάματα του μωρού που ακούγονται τα βράδυα, στοιχειώνοντας όσους τολμούν να πλησιάσουν.
Και υπάρχει και το ξυράφι του Όκαμ, δηλαδή η πιο απλή και εύλογη ερμηνεία, πως οι ίδιοι οι υπεύθυνοι του λατομείου εμπνεύστηκαν τις ιστορίες με παραφυσικές δραστηριότητες, προκειμένου να αποτρέψουν κλέφτες από το να αφαιρούν εργαλεία και δυναμίτες από την αποθήκη — υλικά που κατέληγαν συχνά στα χέρια ψαράδων.
Αυτή την εκδοχή εμείς δεν την πιστεύαμε. Δεν θέλαμε να την πιστέψουμε. Ένας κόσμος χωρίς Χαρίκλεια ήταν πεζός, στερημένος φαντασίας.
Όποια και αν είναι η αλήθεια, το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο: η Χαρίκλεια έγινε συνώνυμο του μυστηρίου, του κινδύνου και της γοητείας του απαγορευμένου. Και όπως συμβαίνει με κάθε τόπο που τον σκεπάζει η αχλύς του μύθου, τα παιδιά είναι τα πρώτα που αγκαλιάζουν αυτή την ιδιαίτερη συνθήκη.
Τη δεκαετία του '60, η επίσκεψη στο ανενεργό πλέον λατομείο είχε εξελιχθεί σε μια ιδιότυπη τελετή ενηλικίωσης για τους τολμηρούς εξερευνητές του νησιού. Παιδιά έντεκα και δώδεκα ετών, εφοδιασμένα με φακούς και αστείρευτη αυτοπεποίθηση, αποφασίσαμε να διασχίσουμε τις σήραγγες που — σύμφωνα με τη φήμη — διέτρεχαν ένα μεγάλο μέρος του κορμού του νησιού και κατέληγαν σε κάποια παραλία στην πίσω πλευρά. Η ιδέα μόνο ήταν αρκετή για να εξάψει τη φαντασία. Αυτό δεν ήταν πια απλώς επίδειξη τόλμης· ήταν η αναζήτηση του καθ' ημάς Εξκάλιμπερ. Η σκέψη να διασχίσεις υπόγεια ένα ολόκληρο νησί, να αντιμετωπίσεις τους όποιους κινδύνους και να βγεις θριαμβευτής στην άλλη άκρη, μετατρέπονταν σε όνειρο ζωής για κάθε παιδί που άκουγε την ιστορία.
Μια καλοκαιρινή μέρα του '60 λοιπόν, μαζεύτηκε η παρέα, σύντροφοι στο παιχνίδι και στην περιπέτεια — ο Νίκος, ο Ηλίας, ο Αντώνης, ο Γιώργος, ο Θανάσης, ο Πέτρος, ο Λούης, ο Γιάννης, ο Κώστας και άλλοι τους οποίους, ας μου συγχωρεθεί, δεν μπορώ να θυμηθώ— και αποφασίσαμε να αποτολμήσουμε αυτό που πάντα φανταζόμασταν. Οπλισμένοι με φακούς και με βλέμμα που δήλωνε «per aspera ad astra», ξεκινήσαμε για τη στοά της Χαρίκλειας. Οι πιο προνομιούχοι, εκείνοι δηλαδή που είχαν συγγενείς ναυτικούς, κρατούσαν τεράστιους μεταλλικούς φακούς που λειτουργούσαν με συστοιχίες μπαταριών — «στήλες» τις έλεγαν τότε — και προσέφεραν ισχυρό φως. Οι υπόλοιποι είχαμε μικρότερους φακούς, με αναιμικές μπαταρίες που άφηναν ένα ασθενικό φως να φωτίζει μόλις δύο μέτρα γύρω τους.
Η είσοδος βρήκε την παρέα σε ευχάριστη διάθεση, με γέλια, πειράγματα και αστεία — όπως αρμόζει σε κάθε σταυροφορία που ξεκινά. Η λάσπη στο δάπεδο που κολλούσε τις σαγιονάρες και δυσκόλευε τα βήματα δεν πτόησε κανέναν. Ήμασταν προετοιμασμένοι για όλα. Καθώς προχωρούσαμε, συναντήσαμε κατασκευές στο έδαφος σαν μεγάλες γούρνες, γεμάτες νερό που έσταζε από την οροφή. Οι σταγόνες έπεφταν στην επιφάνεια με έναν ήχο που, πολλαπλασιασμένος από την ηχώ, έπαιρνε έναν απόκοσμο, σχεδόν τελετουργικό χαρακτήρα. Το σκοτάδι δεν ήταν απόλυτο ακόμη — το φως της εισόδου έφτανε σ' εμάς αμυδρό — αλλά η υγρή ατμόσφαιρα είχε ήδη αρχίσει να δουλεύει πάνω στη φαντασία μας.
Προχωρήσαμε στο βάθος προς τις πρώτες διακλαδώσεις, μια απόσταση που τότε φάνταζε τεράστια, αν και σε αναδρομή μάλλον δεν ήταν παρά μερικές δεκάδες μέτρα. Και τότε, ακριβώς εκείνη τη στιγμή, ακούστηκε μια διαπεραστική κραυγή. Δεν ήταν ανθρώπινη. Ένα πιθανώς νυκτόβιο πουλί, που είχε φωλιάσει βαθύτερα στη στοά και η παρουσία μας είχε ταράξει την ησυχία του, έκρωξε στριγγά με τον ήχο του να πολλαπλασιάζεται και να παραμορφώνεται από την ιδιαιτερότητα της στοάς. Οι ομιλίες κόπηκαν μαχαίρι. Στο ημίφως, μέσα στη σιωπή που ακολούθησε, ακούστηκε:
Αμάν η Χαρίκλεια!
Ο τόνος της φωνής ήταν ήρεμος -σχετικά- αλλά όχι καθησυχαστικός, γιατί περιείχε την αποδοχή του πεπρωμένου. Ο πανικός ήταν ακαριαίος και καθολικός. Η άτακτη υποχώρηση ξεκίνησε αμέσως. Δεν υπήρξε καμία συζήτηση. Κανείς δεν περίμενε να μάθει αν συμφωνούν οι υπόλοιποι. Φακοί έπεφταν στο έδαφος, μειώνοντας ακόμη περισσότερο την ορατότητα. Σαγιονάρες έμεναν πίσω, κολλημένες στη λάσπη. Στη στενή στοά, όπου έπρεπε να περάσουν αρκετά άτομα ταυτόχρονα, ξεκίνησαν σπρωξίματα μεταξύ των «ριψοκίνδυνων εξερευνητών» και ο κίνδυνος κάποιος να βουτήξει μέσα στις γούρνες με το νερό επιδείνωσε τον πανικό. Κανείς δεν φρόντιζε για τον διπλανό του. Δεν ήταν ώρα για τέτοια.
Η είσοδος που είχαμε διασχίσει με τόση περηφάνια λίγα λεπτά πριν, μετατράπηκε σε έξοδο κινδύνου. Πεταχτήκανε αλλόφρονες, σαν η στοά να μας έφτυσε πίσω. «Only the brave shall pass».
Τρέξαμε κατά μήκος του ρέματος που οδηγούσε στη θάλασσα, περνώντας κάτω από το γεφύρι του δρόμου και πέσαμε ξέπνοοι στην παραλία, οι καρδιές μας να χτυπούν ακόμη στον ρυθμό του τρόμου.
Και όμως, εκεί ακριβώς έγκειται η μαγεία της παιδικής ηλικίας. Σε μερικά λεπτά, με τη μοναδική ικανότητα που διαθέτουν τα παιδιά να αλλάζουν συχνότητα στη διάθεση, η παρέα είχε ήδη περάσει σε άλλη σφαίρα. Αφού σιγουρευτήκαμε πως δεν συνέτρεχε κανένας κίνδυνος — τουλάχιστον όχι πραγματικός — ξεσπάσαμε σε καθαρκτικά, λυτρωτικά γέλια. Πήγαμε για ένα μπάνιο, απολαυστικό και δροσιστικό, σαν ανταμοιβή για μια περιπέτεια που θα μας ακολουθούσε για πάντα. Η Χαρίκλεια έμεινε πίσω, μέσα στις στοές της. Όπως πάντα. Καρτερική, υπομονετική, έτοιμη να περιμένει την επόμενη γενιά τολμηρών παιδιών που θα δοκιμάσουν το θάρρος τους απέναντί της. Γιατί οι μύθοι, σε αντίθεση με τα ορυχεία, δεν φθίνουν ποτέ. Απλώς αλλάζουν οι αφηγητές.
![]() |
| 📸© Κ.Λ. all rights reserved |
Σήμερα, το σμυριδορυχείο παραμένει εκεί, στη σιωπή του. Το όνομα Χαρίκλεια εξακολουθεί να διαβάζεται (υποθέτω) από όσους πλησιάζουν, και οι ιστορίες συνεχίζουν να ζουν στις αφηγήσεις των ντόπιων. Το λατομείο είναι πλέον ένα τοπόσημο, μνημείο μιας άλλης εποχής, αλλά και τόπος όπου ο μύθος δεν έχασε ποτέ τη δύναμή του. Γιατί κάθε τόπος που φέρει ένα όνομα, κάθε σκοτεινή στοά που κρύβει ένα μυστικό, χρειάζεται και τους ανθρώπους που θα τολμήσουν να μπουν μέσα — έστω και αν βγουν τρέχοντας σαν κυνηγημένοι.
Όσο για εμάς, δεν διασχίσαμε ποτέ το νησί υπογείως. Δεν βγήκαμε ποτέ στην άλλη παραλία. Και για κανέναν από εμάς δεν δόθηκε ποτέ η ευκαιρία να πουν «αυτός ήταν που πέρασε από κάτω τη Σύρο». Η Χαρίκλεια δεν χρειάστηκε να κάνει τίποτα γι' αυτό· δεν χρειάστηκε να είναι αληθινή για να είναι παρούσα. Αρκεί που κάποιοι, κάποτε, πίστεψαν αρκετά ώστε να τρομάξουν. Και αρκεί που ακόμη θυμούνται πώς ένιωσαν όταν το φως του φακού έσβησε, και ακούστηκε εκείνη η κραυγή στο σκοτάδι. Άλλωστε η Χαρίκλεια ήταν ήδη μέσα μας πριν περάσουμε την είσοδο. ✍ Κ. Λ.
επιμέλεια-κείμενο-εικόνες: Κάππα Λάμδα
© periopton
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση
του παρόντος άρθρου (ολόκληρου ή αποσπασμάτων)
των εικόνων συμπεριλαμβανομένων

