where art is always in focus

3.2.26

το συγκείμενο της τέχνης

3.30' διάβασμα

 

 

 

 

 

 

 

στο μυαλό του Καραβάτζο
από την ενότητα
«η παρουσία του αθέατου» (δείτε εδώ)
📸© Κ.Λ.
all rights reserved


Το να κοιτάζεις ένα έργο τέχνης σήμερα μοιάζει με -οιονεί- πράξη ανυπακοής. Σε μια εποχή που πάσχει από έναν ανησυχητικό πυρετό: τη χρόνια απόσπαση της προσοχής, όπου το εθιστικό σκρολάρισμα στις οθόνες έχει γίνει η νέα μας ιεροτελεστία και οι αλγόριθμοι έχουν σχεδιαστεί με μοναδικό σκοπό να μονοπωλούν το βλέμμα μας, η πράξη της παρατήρησης ενός έργου τέχνης μοιάζει με άθλο. Γιατί απαιτεί κάτι σχεδόν παράδοξο: χρόνο. Όχι τον μετρήσιμο χρόνο των ρολογιών, αλλά εκείνον τον εσωτερικό, τον αργό, που αντιστέκεται στη διαρκή αξίωση για κίνηση. Προϋποθέτει να μείνεις ακίνητος σε έναν κόσμο που επιβραβεύει τη συνεχή κίνηση, να κρατήσεις το βλέμμα σου σε κάτι που δεν ανανεώνεται, δεν σου απαντά, δεν σου ζητά να κάνεις κλικ. Αν είναι η προσοχή το διακύβευμα της εποχής μας, τότε η τέχνη ζητά να πληρωθεί σε ένα είδος που σπανίζει και επιπλέον απαιτεί κάτι που έχουμε ξεχάσει πώς να προσφέρουμε: παρουσία.


Για χρόνια μάθαμε πως για να κατανοήσουμε ένα έργο πρέπει να επιστρέψουμε στο παρελθόν του. Να αναζητήσουμε την αρχική του θέση, το κείμενο ή τον μύθο που το ενέπνευσε, το πολιτικό ή θρησκευτικό του περιβάλλον, πριν καταλήξει εκτιθέμενο σε ένα πεποιημένο περιβάλλον. Έτσι, οι πίνακες μοιάζουν με αποσπασμένες σελίδες ενός χαμένου βιβλίου· εικόνες που κάποτε συνόδευαν μύθους, θρησκευτικές αφηγήσεις, θρύλους...
 Ο ρόλος της ιστορίας της τέχνης υπήρξε για χρόνια αυτός της αποκατάστασης — να επαναφέρει την εικόνα στο χαμένο της συμφραζόμενο, σαν να μπορούσε έτσι να επανέλθει και το νόημα στην αρχική του καθαρότητα.

Η διαδικασία αυτή δεν είναι χωρίς γοητεία. Η επιστροφή στις απαρχές ενός έργου μπορεί να λειτουργήσει σαν άσκηση φαντασίας και γνώσης, ένα ταξίδι σε έναν κόσμο διαφορετικό από τον δικό μας. Μαθαίνοντας από πού προήλθε ένα έργο, αισθανόμαστε πως το κατανοούμε βαθύτερα. Οι καταβολές προσφέρουν ερμηνεία, συνοχή, μια αίσθηση τάξης· πως πατάμε σε στέρεο έδαφος. Κάποιες φορές, μάλιστα, η συνάντηση με ένα έργο στο αρχικό του περιβάλλον μπορεί να είναι συγκλονιστική. Όταν η τέχνη παραμένει στον χώρο για τον οποίο δημιουργήθηκε, το αποτέλεσμα είναι μαγευτικό. Το ρετάμπλ* με την Ενθρονισμένη Θεοτόκο που δημιούργησε ο Τζοβάνι Μπελίνι βρίσκεται ακόμη στην εκκλησία του Αγίου Ζαχαρία στη Βενετία από το 1505, όπως και οι παλαιολιθικές απεικονίσεις βισώνων χαραγμένες στους βράχους, βαθιά μέσα στο σπήλαιο Νιώ των Πυρηναίων—ένα από τα ελάχιστα προσβάσιμα τέτοια σημεία. Η συνάντηση με αυτά στον αυθεντικό τους χώρο είναι βαθιά συγκλονιστική εμπειρία, πολύ πιο ολοκληρωμένη από το να ατενίζεις τη Μόνα Λίζα από απόσταση, πίσω από προστατευτικό γυαλί.


*κατασκευές που τοποθετούνται πάνω ή ακριβώς πίσω από την αγία τράπεζα· μπορεί να είναι απλά ράφια για κεριά, αλλά συνήθως πρόκειται για περίτεχνα έργα τέχνης, με ζωγραφικές ή γλυπτές παραστάσεις σε ξύλο ή λίθο.

Ωστόσο, αυτές οι περιπτώσεις είναι η εξαίρεση. Σχεδόν πάντα ερχόμαστε αντιμέτωποι με έργα αποκομμένα από τον χρόνο και τον τόπο τους,  μεταφερμένα, αναπαραγμένα, φιλτραρισμένα. Τα αρχικά συμφραζόμενα έχουν χαθεί, και μαζί τους έχει χαθεί και η ψευδαίσθηση ότι μπορούμε να επιστρέψουμε πραγματικά σε αυτά. Ακόμη κι αν μπορούσαμε να ανασυστήσουμε το περιβάλλον τους με απόλυτη ακρίβεια, κάτι θα έλειπε: εμείς δεν είμαστε πια οι ίδιοι. Οι φόβοι μας, οι προσδοκίες μας, η αντίληψή μας για τον κόσμο έχουν μεταβληθεί. Το παρελθόν δεν αποκαθίσταται· επανερμηνεύεται.

Η επιθυμία να φτάσουμε στην «πρόθεση» του καλλιτέχνη —να ανασυστήσουμε τις συνθήκες, τον χαρακτήρα, τις σκέψεις του— μοιάζει δελεαστική, αλλά συχνά περιορίζει αντί να απελευθερώνει. Η τέχνη δεν γεννιέται για να χωρέσει σε μια βιογραφία. Δημιουργείται ακριβώς για να υπερβεί το ατομικό, για να αρθρώσει κάτι που δεν εξαντλείται στο πρόσωπο που το παρήγαγε. Όταν την εγκλωβίζουμε σε πολιτικά ή ιστορικά σχήματα, κινδυνεύουμε να τη μικρύνουμε, να τη μετατρέψουμε σε απλό σύμπτωμα μιας εποχής.Το ίδιο ισχύει και για τις πολιτικές αναγνώσεις που μετατρέπουν τα έργα σε απλά σύμβολα εξουσίας ή ιδεολογίας, αφαιρώντας τους τη δυνατότητα να μιλούν πέρα από το ιστορικό τους στιγμιότυπο.

Ίσως, τελικά, η εμμονή με το πλαίσιο να λειτουργεί ως τρόπος αποφυγής. Μας προστατεύει από τη γυμνή παρουσία του έργου, από την απαίτησή του να σταθούμε απέναντί του χωρίς ερμηνευτικά δίχτυα ασφαλείας. Γιατί η τέχνη δεν ζητά απλώς να τη δούμε. Ζητά να τη βιώσουμε: να αισθανθούμε το βάρος της στον χώρο, τη σιωπή που δημιουργεί γύρω της, τη μικρή μετατόπιση που προκαλεί μέσα μας. Αυτή η συνάντηση προϋποθέτει επιβράδυνση, μια προσοχή που μοιάζει με ενσυνειδητότητα. Όχι ως τεχνική χαλάρωσης, αλλά ως τρόπος ύπαρξης στο παρόν. Ακόμη και μέσα από μια οθόνη, η εμπειρία αυτή είναι δυνατή, όταν η εικόνα δεν καταναλώνεται βιαστικά αλλά επιτρέπει τη διάρκεια.

Κι όμως, η τέχνη δεν είναι ιδιωτική υπόθεση. Είναι δημόσια εμπειρία, βαθιά συλλογική. Τα μουσεία δεν είναι χώροι απόσυρσης από την πραγματικότητα, αλλά τόποι όπου η πραγματικότητα αποκτά άλλες διαστάσεις. Εκεί αναδύονται τα μεγάλα ερωτήματα της εποχής μας: η χειραγώγηση της προσοχής, η τεχνολογική εξάρτηση, η αυταρχική πολιτική, η ηθική της δημόσιας ζωής, η αδυσώπητη παρουσία της οικολογικής κρίσης.

Για ένα μεγάλο μέρος του μεταπολεμικού κόσμου, τα μουσεία άνθισαν μέσα σε μια αίσθηση σταθερότητας και προόδου. Σήμερα, αυτή η βεβαιότητα υποχωρεί. Ο κόσμος αλλάζει με ρυθμούς που δεν επιτρέπουν εφησυχασμό. Μέσα σε αυτό το ασταθές παρόν, η άμεση επαφή με την τέχνη αποκτά νέα σημασία — όχι ως καταφύγιο, αλλά ως τρόπος να σκεφτούμε πώς θέλουμε να υπάρχουμε μαζί, μέσα στον ίδιο χώρο και τον ίδιο χρόνο. (Κ. Λ.)

 

 

επιμέλεια-φωτογραφία-κείμενο: Κάππα Λάμδα
© periopton



Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση
του παρόντος άρθρου (ολόκληρου ή αποσπασμάτων)
της εικόνας συμπεριλαμβανομένης