3' διάβασμα
είναι η εμπορική εικονογράφηση «υψηλή τέχνη»;
ⓘ Το θέμα είναι ιδιαίτερα περίπλοκο και η πλήρης κάλυψή του θα απαιτούσε ένα πολύ μεγάλο άρθρο, κουραστικό για τα δεδομένα του διαδικτύου. Για τον λόγο αυτό, εδώ παρουσιάζεται μια σύντομη εκδοχή του.
Το Μουσείο Αφηγηματικής Τέχνης Lucas, ο βιομορφικός λεβιάθαν που οραματίστηκαν ο Τζορτζ Λούκας και η Μέλοντι Χόμπσον, ανοίγει τις πύλες του στις 22 Σεπτεμβρίου. Σχεδιασμένο από το διάσημο γραφείο MAD Architects, το κτήριο θυμίζει φουτουριστική κατασκευή από τον πλανήτη Αλντεράαν του «Star Wars». Ο ίδιος ο Λούκας το έχει βαφτίσει ως έναν «ναό για την τέχνη του λαού». Στόχος του είναι να προσφέρει μόνιμη στέγη στους εικονογράφους, τους οποίους αποκαλεί «ορφανούς καλλιτέχνες», αναγνωρίζοντας μια ιδιοφυΐα που η παραδοσιακή αγορά της τέχνης συχνά αγνοεί.
![]() |
| εξωτερική άποψη του μουσείου, σχεδιασμένου από τον Μα Γιανσόνγκ, στη συνοικία Exposition Park του Λος Άντζελες |
Ωστόσο, το φιλόδοξο αυτό ίδρυμα, το οποίο πέρασε από συμπληγάδες μέχρι να ριζώσει στο Λος Άντζελες, αντιμετωπίζει ήδη σοβαρούς τριγμούς. Η μαζική αποχώρηση στελεχών, συμπεριλαμβανομένης της επικεφαλής επιμελήτριας και της διευθύνουσας συμβούλου, άφησε τον ίδιο τον Λούκας σε ρόλο de facto επιμελητή. Το αποτέλεσμα είναι η έκθεση 1.300 προσωπικών του αντικειμένων σε 33 αίθουσες, μια κίνηση που προκάλεσε την έντονη αντίδραση της καλλιτεχνικής κοινότητας. Σε ένα ιδιαίτερα αιχμηρό άρθρο του στη Wall Street Journal, ο κριτικός τέχνης Λανς Έσπλουντ χαρακτηρίζει το μουσείο «έργο ματαιοδοξίας ενός δισεκατομμυριούχου». Κατηγορεί την έκθεση για παντελή έλλειψη επιστημονικής δομής, καθώς τα έργα παρουσιάζονται σειριακά ανά θέμα, χωρίς ερμηνευτική λογική ή συνοδευτικά επεξηγηματικά κείμενα.
![]() |
| αίθουσα του μουσείου |
![]() |
| αίθουσα του μουσείου © Paul Salveson |
Η ουσία της κριτικής του Έσπλουντ εστιάζει στη σύγχυση μεταξύ εμπορικής εικονογράφησης και σπουδαίας τέχνης. Επιστρατεύοντας τα λόγια του σπουδαίου ζωγράφου Πάουλ Κλέε, «μια εικόνα δεν είναι η εικονογράφηση μιας ιδέας, αλλά η ίδια η ιδέα», ο κριτικός υποστηρίζει ότι η εικονογράφηση προσφέρει απλώς μια άμεση, χρηστική συναισθηματική πρόσβαση. Αντίθετα, η πραγματική τέχνη διαθέτει αυτονομία. Η μορφή, το χρώμα και η δομή της αποτελούν την αυτούσια ενσάρκωση της σκέψης του δημιουργού, χωρίς να χρειάζονται έναν εξωτερικό «μύθο» για να δικαιολογήσουν την ύπαρξή τους.
Κατά τη συγκεκριμένη κριτική προσέγγιση, τα storyboards του Star Wars ή τα κόμικς του Φρανκ Φραζέτα υποβιβάζουν την τέχνη σε ένα απλό παράθυρο που κοιτάζει προς μια έτοιμη πλοκή. Αυτή η ελιτίστικη θεώρηση, ωστόσο, παραγνωρίζει την ίδια την ιστορία της τέχνης. Κατά την Αναγέννηση και το Μπαρόκ, κορυφαίοι δημιουργοί όπως ο Μιχαήλ Άγγελος, ο Λεονάρντο ντα Βίντσι και ο Ρέμπραντ δεν απολάμβαναν απόλυτη καλλιτεχνική ελευθερία. Δημιουργούσαν τα αριστουργήματά τους κατόπιν παραγγελίας, υπό τους αυστηρούς όρους και τη χρηματοδότηση της Εκκλησίας ή των ευγενών της εποχής. Οι οδηγίες που δέχονταν για τη θεματολογία, τις διαστάσεις, ακόμα και για τα υλικά, δεν διέφεραν σε τίποτα από ένα σημερινό εταιρικό brief. Παρά τους περιορισμούς αυτούς, κανείς σήμερα δεν αμφισβητεί τη νοηματική και αισθητική αξία των έργων τους.
Παράλληλα, τα κινήματα του 20ού αιώνα, με αποκορύφωμα την Pop Art, γκρέμισαν οριστικά τα στενά όρια ανάμεσα στη μαζική κουλτούρα και την ελίτ αισθητική. Καλλιτέχνες όπως ο Άντι Γουόρχολ, ο οποίος ξεκίνησε την καριέρα του ως εικονογράφος μόδας, απέδειξαν ότι ένα εμπορικό αντικείμενο μπορεί να μετατραπεί σε σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής. Όταν οι διαφημιστικές αφίσες του Ανρί ντε Τουλούζ-Λωτρέκ για το Μουλέν Ρουζ ή τα εμβληματικά Art Nouveau σχέδια του Άλφονς Μούχα για προϊόντα καθημερινής χρήσης φιλοξενούνται πλέον στα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου, γίνεται σαφές ότι ο σκοπός της δημιουργίας δεν στερεί από το έργο την καλλιτεχνική του αξία.
![]() |
| τοιχογραφία που μιμείται το μνημείο του όρους Ράσμορ (με τις μορφές των προέδρων των Η.Π.Α.) από αριστερά: Άντι Γουόρχολ, Φρίντα Κάλο, Κιθ Χάρινγκ και Ζαν Μισέλ Μπασκιά |
Στον σύγχρονο κόσμο, ο αυστηρός διαχωρισμός ανάμεσα στην υψηλή τέχνη και την εμπορική εικονογράφηση μοιάζει σχεδόν αναχρονιστικός, αν όχι κωμικός. Από τη μία πλευρά, έχουμε τις ακριβές γκαλερί της Νέας Υόρκης και του Λονδίνου, όπου μια μπανάνα κολλημένη στον τοίχο με μονωτική ταινία ή ένας λευκός καμβάς πωλούνται για εκατομμύρια δολάρια. Αυτή η «υψηλή» τέχνη εγκλωβίζεται συχνά σε έναν ναρκισσιστικό απομονωτισμό, χρησιμεύοντας ως εργαλείο φοροδιαφυγής και μεταφοράς πλούτου για την οικονομική ελίτ, με το νόημα να υπάρχει μόνο σε δυσνόητα επεξηγηματικά κείμενα.
Από την άλλη πλευρά, έχουμε την εμπορική εικονογράφηση. Βρίσκεται στους δρόμους, στα περιοδικά, στις οθόνες των κινητών μας —εκεί δηλαδή που χτυπά ο πραγματικός παλμός της κοινωνίας. Σε αυτό το πεδίο, οι δημιουργοί καλούνται να επιδείξουν μια σπάνια σύνθεση τεχνικής αρτιότητας και εννοιολογικής οξύτητας. Ένα εξώφυλλο για το περιοδικό The New Yorker ή μια εικονογράφηση που συνοδεύει ένα πολιτικό άρθρο στους New York Times απαιτεί από τον καλλιτέχνη να συμπυκνώσει περίπλοκα κοινωνικά και πολιτικά φαινόμενα σε μία και μόνο εικόνα. Αυτή η διαδικασία απαιτεί βαθιά πνευματική προσπάθεια, κριτική σκέψη και κοινωνική ενσυναίσθηση.
Τελικά, η αξία ενός έργου δεν καθορίζεται από το αν αυτό βρίσκεται αποτυπωμένο σε χιλιάδες αντίτυπα στη συσκευασία ενός προϊόντος ή αν εκτίθεται στο αποστειρωμένο περιβάλλον μιας γκαλερί. Καθορίζεται από την ικανότητά του να επικοινωνεί άμεσα με τον θεατή, να προκαλεί γνήσια συναισθήματα, να αμφισβητεί το κατεστημένο και να διαμορφώνει τη συλλογική συνείδηση. Η εμπορική εικονογράφηση, στην πιο ώριμη και δημιουργική της έκφανση, ξεπερνά τον χρηστικό της ρόλο. Γίνεται ο αληθινός καθρέφτης του σύγχρονου κόσμου και κερδίζει επάξια τον τίτλο της υψηλής τέχνης. ✍ Κ. Λ.
επιμέλεια-κείμενο: Κάππα Λάμδα
© periopton
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση
του παρόντος άρθρου (ολόκληρου ή αποσπασμάτων)
Under copyright law, it is prohibited to use,
reproduce, or appropriate this article (in whole or in part)



