where art is always in focus

18.9.26

Στοχασμοί: Βάλτερ Μπένγιαμιν – της Χάνα Άρεντ

4' διάβασμα
 

 

 

 

📸© Κ.Λ.
all rights reserved

 

 «Το δοκίμιο αυτό, το οποίο σύστησε τον Βάλτερ Μπένγιαμιν στο ευρύ κοινό κατά την κυκλοφορία του το 1968, αποτελεί ένα από τα πιο συγκινητικά μνημεία λόγου που γράφτηκαν ποτέ για έναν δημιουργό από μια φίλη. Σε μια εποχή βίας και τρόμου, όπου ο κόσμος κατέρρεε κάτω από τη σκιά του φασισμού, η Χάνα Άρεντ και ο Βάλτερ Μπένγιαμιν ύψωσαν το ανάστημά τους μέσα από τη σκέψη τους. Η Άρεντ προσεγγίζει τον Μπένγιαμιν ως έναν "αλιέα μαργαριταριών", έναν στοχαστή, ούτως ειπείν, που καταδύεται στο παρελθόν για να ανασύρει σπάνιες ιδέες και θραύσματα αλήθειας με διαχρονική αξία.

Ο Μπένγιαμιν υπήρξε ένας ευαίσθητος άνθρωπος και ένας χαρισματικός χειριστής των λέξεων, ο οποίος επέλεξε να θέσει τέλος στη ζωή του ενώ προσπαθούσε να διαφύγει από το ναζιστικό καθεστώς. Το απόσπασμα που ακολουθεί αναδεικνύει μια μοναδική πνευματική φιλία, η οποία διατηρείται αναλλοίωτη μέσα στον χρόνο, γεφυρώνοντας το χάσμα ανάμεσα στη ζωή και την απώλεια.
»
 


Υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για τους οποίους το φιλοσοφικό ενδιαφέρον του Μπένγιαμιν επικεντρώθηκε εξαρχής στη φιλοσοφία της γλώσσας και για τους οποίους η κατονομασία μέσω της παράθεσης αποσπασμάτων έγινε τελικά γι' αυτόν ο μόνος κατάλληλος, ή ακόμη και δυνατός, τρόπος να προσεγγίσει το παρελθόν χωρίς τη βοήθεια της παράδοσης. Κάθε εποχή της οποίας το παρελθόν έχει γίνει εξίσου αμφισβητήσιμο όσο το δικό μας παρελθόν για εμάς, πρέπει τελικά να βρεθεί αντιμέτωπη με το φαινόμενο της γλώσσας, διότι μέσα σε αυτήν το παρελθόν εμπεριέχεται ανεξίτηλα, ματαιώνοντας κάθε απόπειρα να απαλλαγούμε από αυτό μια για πάντα. Η ελληνική πόλις θα συνεχίσει να υφίσταται στα βάθη της πολιτικής μας ύπαρξης —δηλαδή, στον βυθό της θάλασσας— για όσο διάστημα χρησιμοποιούμε τη λέξη «πολιτική». Αυτό είναι που αδυνατούν να καταλάβουν οι σημασιολόγοι, οι οποίοι δικαιολογημένα επιτίθενται στη γλώσσα ως το μοναδικό προπύργιο πίσω από το οποίο κρύβεται το παρελθόν —τη σύγχυση της γλώσσας, όπως λένε. Έχουν απόλυτο δίκιο όταν υποστηρίζουν ότι, σε τελική ανάλυση, όλα τα προβλήματα είναι γλωσσικά προβλήματα. Απλώς δεν αναγνωρίζουν τις προεκτάσεις αυτών που λένε.

Όμως ο Μπένγιαμιν, ο οποίος μπορεί να είχε διαβάσει τον Βίτγκενσταϊν, μπορεί και όχι, γνώριζε πάρα πολλά για αυτά ακριβώς τα πράγματα, επειδή από την αρχή το πρόβλημα της αλήθειας τού είχε παρουσιαστεί ως «μια αποκάλυψη… που πρέπει να ακουστεί· δηλαδή, που "βρίσκεται στη μεταφυσική ακουστική σφαίρα"». Για εκείνον, επομένως, η γλώσσα δεν ήταν σε καμία περίπτωση πρωτίστως το δώρο του λόγου που διακρίνει τον άνθρωπο από τα άλλα ζωντανά όντα αλλά, αντίθετα, «η ουσία του κόσμου… από την οποία πηγάζει ο λόγος» —κάτι που, παρεμπιπτόντως, πλησιάζει αρκετά στη θέση του Χάιντεγκερ ότι «ο άνθρωπος μπορεί να μιλά μόνο εφόσον είναι ο εκφραστής». Έτσι, υπάρχει «μια γλώσσα της αλήθειας, το απαλλαγμένο από εντάσεις και μάλιστα σιωπηλό αποθετήριο των τελικών μυστικών με τα οποία καταγίνεται κάθε σκέψη», και αυτή είναι «η αληθινή γλώσσα», την ύπαρξη της οποίας προϋποθέτουμε αστόχαστα κάθε φορά που μεταφράζουμε από μια γλώσσα σε μια άλλη.

Γι' αυτό ο Μπένγιαμιν τοποθετεί στο επίκεντρο του δοκιμίου του Το Χρέος του Μεταφραστή το εκπληκτικό απόσπασμα από τον Μαλαρμέ, στο οποίο οι ομιλούμενες γλώσσες, μέσα στην πολλαπλότητα και την ποικιλομορφία τους, λέγεται ότι πνίγουν με τον βαβελικό τους θόρυβο τον «αθάνατο λόγο» (immortelle parole), ο οποίος δεν μπορεί καν να νοηθεί, αφού «το σκέπτεσθαι είναι ένα γράψιμο χωρίς εργαλεία ή ψιθύρους, σιωπηλό», εμποδίζοντας έτσι τη φωνή της αλήθειας να ακουστεί στη Γη με τη δύναμη της υλικής απόδειξης. Όποιες θεωρητικές αναθεωρήσεις κι αν έκανε μεταγενέστερα ο Μπένγιαμιν σε αυτές τις θεολογικές-μεταφυσικές πεποιθήσεις, η βασική του προσέγγιση, καθοριστική για όλες τις λογοτεχνικές του μελέτες, παρέμεινε αναλλοίωτη: όχι να διερευνήσει τις χρηστικές ή επικοινωνιακές λειτουργίες των γλωσσικών δημιουργημάτων, αλλά να τα κατανοήσει στην κρυσταλλωμένη, και ως εκ τούτου τελικά αποσπασματική τους μορφή, ως μη προθετικές και μη επικοινωνιακές εκφράσεις μιας «ουσίας του κόσμου». Τι άλλο σημαίνει αυτό παρά ότι κατανοούσε τη γλώσσα ως ένα ουσιαστικά ποιητικό φαινόμενο;

Και αυτό ακριβώς λέει με απερίφραστη σαφήνεια η τελευταία πρόταση του αφορισμού του Μαλαρμέ, την οποία δεν παραθέτει: Όλα αυτά θα ήταν αλήθεια, ο «αθάνατος λόγος» θα είχε χαθεί, θα είχε πνιγεί για πάντα στον θόρυβο των γλωσσών, «αν δεν υπήρχε η ποίηση· το ποίημα που φιλοσοφικά αποκαθιστά το ελάττωμα των γλωσσών είναι το ανώτερο συμπλήρωμά τους». (Seulement, sachons n’existerait pas le vers: lui, philosophiquement remunère le défaut des langues, complément supérieur.) Όλα αυτά δεν λένε παρά μόνο, αν και με έναν ελαφρώς πιο περίπλοκο τρόπο, αυτό που υπαινίχθηκα νωρίτερα: ότι έχουμε να κάνουμε εδώ με κάτι που μπορεί να μην είναι μοναδικό, αλλά είναι σίγουρα εξαιρετικά σπάνιο —το χάρισμα του να σκέφτεται κανείς ποιητικά.

Και αυτή η σκέψη, τρεφόμενη από το παρόν, εργάζεται με τα «θραύσματα σκέψης» που μπορεί να αποσπάσει από το παρελθόν και να συγκεντρώσει γύρω της. Σαν τον αλιέα μαργαριταριών που κατεβαίνει στον βυθό της θάλασσας, όχι για να ανασκάψει ολόκληρο τον βυθό και να τον φέρει στο φως, αλλά για να αποσπάσει το πολύτιμο και το παράξενο, τα μαργαριτάρια και τα κοράλλια στα βάθη, και να τα μεταφέρει στην επιφάνεια, αυτή η σκέψη βυθίζεται στα βάθη του παρελθόντος, αλλά όχι για να το επαναφέρει σε αυτό που ήταν και να συμβάλει στην ανανέωση χαμένων εποχών. Αυτό που καθοδηγεί αυτή τη σκέψη είναι η πεποίθηση ότι, αν και το ζωντανό υπόκειται στη φθορά του χρόνου, η διαδικασία της αποσύνθεσης είναι ταυτόχρονα μια διαδικασία κρυστάλλωσης —ότι στα βάθη της θάλασσας, όπου βυθίζεται και διαλύεται ό,τι κάποτε ήταν ζωντανό, ορισμένα πράγματα μεταμορφώνονται ριζικά (suffer a sea-change) και επιβιώνουν σε νέες, κρυσταλλωμένες μορφές και σχήματα, τα οποία παραμένουν απρόσβλητα από τα στοιχεία της φύσης, σαν να περίμεναν μόνο τον αλιέα μαργαριταριών που θα κατέβαινε μια μέρα κοντά τους και θα τα μετέφερε πάνω στον κόσμο των ζωντανών ως «θραύσματα σκέψης», ως κάτι «πολύτιμο και παράξενο», και ίσως ακόμη και ως αιώνια Αρχέτυπα Φαινόμενα (Urphänomene). (μτφρ. Κ. Λ.)



Απόσπασμα από το κείμενο «Στοχασμοί: Βάλτερ Μπένγιαμιν » της Χάνα Άρεντ, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «The New Yorker» και συμπεριλήφθηκε στη συλλογή δοκιμίων «Άνθρωποι σε ζοφερούς καιρούς», η οποία εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο Harcourt, Brace & World στη Νέα Υόρκη το 1968

  

 

 

επιμέλεια-μετάφραση: Κάππα Λάμδα
© periopton


η μετάφραση είναι πρωτότυπη 
και υπόκειται σε πνευματικά δικαιώματα

 

 

Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση
του παρόντος άρθρου (ολόκληρου ή αποσπασμάτων)
της εικόνας συμπεριλαμβανομένης

 

ⓘ Under copyright law, it is prohibited to use, 
reproduce, or appropriate this article (in whole or in part), 
including the image, in any way.