where art is always in focus

28.7.26

ο Πίτερ ντε Χόοχ και η αρχιτεκτονική ως χάρτης του ασυνειδήτου

5' διάβασμα

 



η απλοποιημένη εκδοχή ενός εκτενέστερου άρθρου που πραγματεύεται τη λακανική διάσταση του πόθου ως «πάντοτε αλλού»

 

 


Πίτερ ντε Χόοχ, «Η Λινοθήκη»
ή «Η καλή νοικοκυρά», 1663
© Rijksmuseum, Amsterdam

Η γεωμετρία της καθημερινότητας αποτελεί το πραγματικό πεδίο έκφρασης για τον Πίτερ ντε Χόοχ. Αν και μοιράστηκε το ίδιο γεωγραφικό και θεματικό υπόβαθρο με τον Γιοχάνες Βερμέερ στο Ντελφτ, ο ντε Χόοχ στρέφει το βλέμμα του σε μια διαφορετική, πιο γήινη αλλά και εσωτερική διάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης. Το έργο του «Η Λινοθήκη», γνωστό ευρύτερα και ως «Η Καλή Νοικοκυρά» (1663), εκ πρώτης όψεως δεν υπόσχεται κανένα μεγαλειώδες πνευματικό δράμα ούτε κάποια υπερβατική θρησκευτική αποκάλυψη. Αντιθέτως, η αρχική γοητεία του κρύβεται στην ίδια την κοινοτοπία της στιγμής, η οποία όμως μεταμορφώνεται από τον καλλιτέχνη σε ένα ιδιότυπο, πολυεπίπεδο παζλ γεμάτο κρυφούς συμβολισμούς. Τοποθετώντας τις δύο γυναίκες στο επίκεντρο μιας φαινομενικά απλής και μονότονης οικιακής εργασίας, ο ζωγράφος δομεί έναν ολόκληρο μικρόκοσμο γύρω από τις έννοιες της τάξης, της καθαριότητας και της οργάνωσης. Τα σεντόνια είναι διπλωμένα με απόλυτη, σχεδόν μαθηματική ακρίβεια, αντανακλώντας τις αυστηρές ηθικές και κοινωνικές αξίες της ολλανδικής αστικής τάξης της εποχής. 

Το έργο του «Η Λινοθήκη», γνωστό και ως «Η Καλή Νοικοκυρά» (1663), μοιάζει με την πλέον αθώα πραγμάτωση αυτής της αρετής: δύο γυναίκες, μια στοίβα λινών, ένα δωμάτιο νοικοκυρεμένο. Ο τίτλος υπόσχεται ένα ηθικό δίδαγμα για την τάξη και τη φρόνηση, όπως αρμόζει σε μια καλβινιστική κοινωνία που έβλεπε στη νοικοκυροσύνη ένα είδος κοσμικής ευσέβειας. Κι όμως, όσο περισσότερο κοιτάζει κανείς τον πίνακα, τόσο περισσότερο υποψιάζεται πως ο τίτλος είναι πρόσχημα — ίσως και ειρωνεία. Γιατί ο ντε Χόοχ δεν ζωγράφισε ένα δωμάτιο· ζωγράφισε ένα σχέδιο διαφυγής.
Αυτή η εσωτερική τάση για φυγή και απεγκλωβισμό αποτυπώνεται αριστουργηματικά στην ίδια την αρχιτεκτονική δομή του πίνακα. Ο τοίχος που πλαισιώνει και περιορίζει τις γυναικείες φιγούρες δεν είναι τοίχος με τη συνηθισμένη σημασία της λέξης.. Είναι ένα διάτρητο όριο, που «σπάει» σε τρία σημεία, δημιουργώντας μια αίσθηση βάθους που προσκαλεί το βλέμμα και τη σκέψη να δραπετεύσουν από τα στενά, πνιγηρά όρια του δωματίου. — μια σκάλα που ελίσσεται προς τα πάνω και χάνεται στο σκοτάδι, υποδηλώνοντας την ύπαρξη ενός ιδιωτικού, απρόσιτου χώρου, ενός εσωτερικού ψυχικού καταφυγίου όπου οι κοινωνικοί ρόλοι παύουν να υφίστανται. Στο κέντρο και στα αριστερά, μια πόρτα και ένα παράθυρο ανοίγουν προς το voorhuis, τον προθάλαμο του σπιτιού. Μέσα από αυτόν τον ενδιάμεσο, μεταβατικό χώρο, το φως του ήλιου εισβάλλει ορμητικά, αποκαλύπτοντας μια φέτα του εξωτερικού κόσμου: τα κλαδιά ενός δέντρου, τη γραμμή ενός ελεύθερου καναλιού και την πρόσοψη ενός γειτονικού κτιρίου. Αν διαβάσει κανείς τον πίνακα με ψυχαναλυτικό βλέμμα, οι τρεις αυτές ρωγμές είναι κάτι περισσότερο από αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες: είναι τα σημεία απ' όπου διαρρέει το απωθημένο. Το δωμάτιο του ντε Χόοχ λειτουργεί σαν ψυχή που πάσχει από ευπρέπεια — καθαρή στην επιφάνεια, αλλά πλήρης υπογείων, καταπακτών και ημίκλειστων φεγγιτών από όπου το ανομολόγητο ανασαίνει.

Συνεπώς, η σταθερότητα και η ηρεμία αυτού του εσωτερικού χώρου είναι βαθιά απατηλές. Πίσω από την επιφάνεια της οικογενειακής θαλπωρής αναδύεται μια άλλη, πιο ανησυχητική διάσταση: η λανθάνουσα επιθυμία για απόδραση από το καθημερινό και ο αγώνας για απεγκλωβισμό από πνευματικές και ψυχολογικές παγίδες, μια ερμηνευτική υπόθεση που έρχεται σε ριζική αντιδιαστολή με τον εξιδανικευμένο τίτλο της «Καλής Νοικοκυράς». Ο τίτλος «Η Καλή Νοικοκυρά» λειτουργεί ως μια κοινωνική επιταγή, ένας έπαινος της εγχώριας αρετής και της υποταγής της γυναίκας στον προκαθορισμένο μικρόκοσμο του σπιτιού. Η διαχείριση της λινοθήκης ήταν, άλλωστε, το απόλυτο σύμβολο της οικιακής εξουσίας και της κοινωνικής καταξίωσης στην ολλανδική κοινωνία του 17ου αιώνα. 

Όμως, αν κοιτάξουμε πέρα από την προφανή ηθογραφία, η υπερβολική, σχεδόν εμμονική έμφαση στη γεωμετρική οργάνωση του χώρου —τα τέλεια ευθυγραμμισμένα πλακάκια του δαπέδου, η αυστηρή διάταξη των τούβλων και τα σχολαστικά τακτοποιημένα υφάσματα— δεν μαρτυρά απαραίτητα εσωτερική γαλήνη. Αντίθετα, αυτή η ακραία δομή μπορεί να ερμηνευτεί ως ένας ψυχολογικός αμυντικός μηχανισμός απέναντι σε ένα εσωτερικό χάος ή μια υπαρξιακή ασφυξία. Η εμμονή με την καθαριότητα και την τάξη συχνά αποτελεί την ασυνείδητη απάντηση του ανθρώπου που νιώθει παγιδευμένος σε έναν ρόλο που τον περιορίζει ασφυκτικά. Η λινοθήκη, από σύμβολο νοικοκυροσύνης, μετατρέπεται σε μια πνευματική και ψυχολογική παγίδα, όπου η επανάληψη των ίδιων μηχανικών κινήσεων χρησιμεύει για να κρατήσει σε καταστολή τις βαθύτερες επιθυμίες για ελευθερία και αυτοπροσδιορισμό. Η «Καλή Νοικοκυρά» βρίσκεται εγκλωβισμένη μέσα στην ίδια της την τελειότητα, φυλακισμένη σε έναν κόσμο από καθαρά σεντόνια και γυαλισμένα πατώματα.  

Αυτή η διαδοχή ανοιγμάτων λειτουργεί σαν ένας οπτικός και ψυχολογικός ρυθμός. Το εσωτερικό και το εξωτερικό, το ηθικό καθήκον και η ιδιωτική επιθυμία για φυγή, συνυπάρχουν σε μια οριακή ισορροπία. Τα ανοίγματα αυτά δεν είναι απλώς πηγές φωτός, αλλά μεταφορικές πύλες εξόδου από τις νοητικές παγίδες της καθημερινής ρουτίνας. Η σύνθεση του ντε Χόοχ λειτουργεί ως ένας εξελιγμένος μηχανισμός διαρκούς ανακατεύθυνσης της προσοχής μας, απομακρύνοντάς μας από το υποτιθέμενο θέμα. Παραδόξως, τα πιο φωτεινά, ζωντανά και ελκυστικά στοιχεία του πίνακα —το καθαρό γαλάζιο του ουρανού και οι ζεστές κόκκινες αποχρώσεις του απέναντι σπιτιού— βρίσκονται τοποθετημένα στο πιο απομακρυσμένο σημείο του ορίζοντα, έξω από το σπίτι. Με αυτόν τον έξυπνο τρόπο, ο ζωγράφος μάς αναγκάζει να κοιτάξουμε πέρα από το προφανές, να αναζητήσουμε το νόημα στη μακρινή λεπτομέρεια και να αναγνωρίσουμε ότι η αληθινή πραγματικότητα και η ζωτικότητα δεν περιορίζονται σε αυτό που βρίσκεται άμεσα μπροστά μας, μέσα στους τέσσερις τοίχους της οικιακής απομόνωσης. Η επιθυμία απόδρασης προβάλλεται πάνω σε αυτόν ακριβώς τον φωτεινό ορίζοντα. Η γυναίκα που παρουσιάζεται ως η «Καλή Νοικοκυρά» μπορεί να κοιτάζει τα ασπρόρουχα, αλλά η ψυχή της σύνθεσης στρέφεται προς το φως του δρόμου, εκεί όπου η ζωή συνεχίζεται αδέσμευτη από τα δεσμά των καθημερινών υποχρεώσεων και των ψυχολογικών καταναγκασμών.

Την ίδια στιγμή, αυτή η απόλυτη και καταπιεστική γεωμετρική τάξη απειλείται διακριτικά από μια φιγούρα που στέκεται μισοκρυμμένη στη σκιά. Ένα μικρό παιδί, τοποθετημένο ακριβώς στο κατώφλι μεταξύ του ορατού εσωτερικού και του αόρατου εξωτερικού κόσμου, κρατά ένα μπαστούνι του kolf* έτοιμο να χτυπήσει μια μικρή μπάλα. Η παιδική αυτή κίνηση εισάγει στο έργο το στοιχείο του απρόβλεπτου, της τύχης και της ανατροπής. Η μπάλα φαίνεται έτοιμη να κυλήσει έξω από τα καθορισμένα όρια του καμβά και να εισβάλει στον δικό μας χώρο, σπάζοντας την ψευδαίσθηση της παγωμένης και ελεγχόμενης στιγμής. Αυτή η αντίθεση αποτελεί και τον βαθύτερο ψυχολογικό πυρήνα του έργου. Από τη μία πλευρά, κυριαρχεί η απόλυτη ορθολογική οργάνωση του σπιτιού. Από την άλλη πλευρά, εμφανίζεται μια μικρή, ελεγχόμενη «αναρχία», προσωποποιημένη στην απρόβλεπτη τροχιά ενός παιχνιδιού. Το παιδί στο κατώφλι συμβολίζει το ασυνείδητο μέρος του ψυχισμού που αρνείται να συμμορφωθεί, την εσωτερική εκείνη φωνή που αναζητά το παιχνίδι και την ελευθερία, σπάζοντας τις πνευματικές παγίδες της ενήλικης σοβαρότητας και του καθήκοντος.

Συμπερασματικά, ο ντε Χόοχ στο έργο «Η Λινοθήκη» δεν ζωγραφίζει απλώς μια ειδυλλιακή καθημερινή σκηνή της ολλανδικής αστικής τάξης· παραδίδει ένα βαθύ μάθημα για τα όρια της ανθρώπινης ελευθερίας και της ορατότητας. Πολύ πριν από τον Μοντριάν και από τον Λακάν, μας υπενθυμίζει ότι το πλέγμα δεν είναι μόνο τάξη — είναι και τα κενά ανάμεσα στις γραμμές, όπου παρά τον εγκλωβισμό σε τακτοποιημένα κουτιά, καθαρές γραμμές και αυστηρούς ρόλους, πάντα θα υπάρχει μια χαραμάδα, ένα ανοιχτό κατώφλι, ένα κομμάτι κόκκινου τοίχου ή μια απρόσμενη κίνηση που θα μας υπενθυμίζει τη γοητεία του απρόβλεπτου και τη διαρκή ενόρμηση για φυγή. Η αντίθεση ανάμεσα στον τίτλο «Η Καλή Νοικοκυρά» και την εσωτερική δυναμική του πίνακα αποκαλύπτει τη διπλή φύση της ανθρώπινης εμπειρίας: την ανάγκη για δομή, αλλά και την εξίσου ισχυρή, αν όχι ισχυρότερη, ανάγκη για απόδραση από τις ψυχολογικές φυλακές της καθημερινότητας. Ο πίνακας παύει να είναι μια απλή απεικόνιση οικιακής εργασίας και μετατρέπεται σε έναν βουβό ύμνο για την ανάγκη του ανθρώπου να κοιτάζει πάντα πέρα από τους τοίχους που ο ίδιος, ή η κοινωνία, έχει ορθώσει γύρω του. ✍Κ. Λ.



* Το kolf είναι ένα παραδοσιακό παιχνίδι εσωτερικού χώρου με μπάλα που προέρχεται από την Ολλανδία

 

 

 επιμέλεια-κείμενο: Κάππα Λάμδα
© periopton

 

«Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευματικής Ιδιοκτησίας 
η καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση 
του παρόντος άρθρου (ολόκληρου ή αποσπασμάτων) 
καθώς και η χρήση της βασικής σύλληψης του έργου 
όσο και των επιμέρους (σε χώρο και έννοια) ιδεών.»