where art is always in focus

20.5.26

Αχειροποίητος φωτογραφία: το ίχνος, το χέρι, η μαρτυρία

6.15' διάβασμα




Η φωτογραφία ως αχειροποίητη εικόνα: η κρυφή παρουσία του χεριού 

 

 

(αφορμή για αυτό το κείμενο στάθηκε μια σειρά φωτογραφιών που είχα κάνει πριν αρκετά χρόνια, ανασύρθηκαν πρόσφατα και παρουσιάζονται τώρα εδώ) 


από την ενότητα:
'αληθινές ιστορίες για ανύπαρκτα πράγματα'
📸© Κ.Λ.
all rights reserved

από την ενότητα:
'αληθινές ιστορίες για ανύπαρκτα πράγματα'
📸© Κ.Λ.
all rights reserved

από την ενότητα:
'αληθινές ιστορίες για ανύπαρκτα πράγματα'
📸© Κ.Λ.
all rights reserved

από την ενότητα:
'αληθινές ιστορίες για ανύπαρκτα πράγματα'
📸© Κ.Λ.
all rights reserved

Η έννοια της «αχειροποίητης εικόνας» αποτελεί έναν από τους πιο γοητευτικούς και θεολογικά φορτισμένους όρους της χριστιανικής παράδοσης. Ο όρος «αχειροποίητο» προέρχεται από τη βυζαντινή ετυμολογία και σημαίνει κυριολεκτικά «φτιαγμένο χωρίς χέρια». Πρόκειται για την εικόνα που δεν φιλοτεχνήθηκε από ανθρώπινο χέρι, αλλά αποτυπώθηκε με τρόπο θαυμαστό, σχεδόν αυτόματο, πάνω σε ένα υλικό υπόστρωμα — ένα πανί, ένα κεραμίδι, ένα σουδάριο. Στην ορθόδοξη παράδοση, το πιο γνωστό παράδειγμα είναι το Μανδήλιο της Εδέσσης, όπου σύμφωνα με τη διήγηση, αποτυπώθηκε στο ύφασμα  η εικόνα του Χριστού όταν σκούπισε το πρόσωπό Του. Στη δυτική παράδοση, αντίστοιχη θέση κατέχει η Σινδόνη του Τορίνο και το Πέπλο της Βερονίκης. Το κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των εικόνων είναι η απουσία της ανθρώπινης επέμβασης: εμφανίζονται ως ίχνη, ως αποτυπώματα, ως μαρτυρίες μιας πραγματικότητας που υπερβαίνει τον ζωγράφο και την τεχνική του. Κάθε θρησκευτικό αχειροποίητο φαίνεται να έχει προκύψει χωρίς κανέναν ενδιάμεσο, και η υπόθεση ότι κανένας άνθρωπος δεν συμμετείχε στη δημιουργία του αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τον ισχυρισμό ότι η εικόνα προσφέρει αλήθεια. Όσο περισσότερο είναι παρόν το ανθρώπινο χέρι, τόσο περισσότερο υπονομεύεται η υπερφυσική αύρα της εικόνας.



αριστερά: ζωγραφικό έργο του 10ου αιώνα που απεικονίζει 
τον βασιλιά Άβγαρο της Εδέσσης να κρατά το Μανδήλιον

δεξιά: Χανς Μέμλινγκ, η Βερονίκη κρατά το πέπλο της

Βέβαια, η ιδέα της δημιουργίας εικόνων χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση, δεν ανήκει αποκλειστικά στη θρησκευτική εικονογραφία — διασχίζει εποχές και μέσα, βρίσκοντας κάθε φορά νέες μορφές έκφρασης. Από τον Πόλοκ και τον Κουνς έως τα έργα μέσω Τεχνητής Νοημοσύνης η παράδοση του αχειροποίητου βρίσκει κάθε φορά νέες μορφές έκφρασης.

 


Ο Τζάκσον Πόλοκ ζωγραφίζει στο εργαστήριό του στο Λονγκ Άιλαντ της Νέας Υόρκης, 1950. 
Φωτογραφία © Hans Namuth

Με τη σειρά της, η ίδια η φωτογραφία έχει ταυτιστεί στενά με τη δημιουργία εικόνων χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση από την πρώτη στιγμή της γέννησής της. Οι πρώτοι ερευνητές είχαν ήδη παρατηρήσει τις αρχές της αυτογένεσης και της αυτοματοποίησης που εμπλέκονταν σε αυτήν. Σε αντίθεση με τις θρησκευτικές εικόνες, οι οποίες υποτίθεται ότι δημιουργούνταν με θαύμα, η αυτονομία της φωτογραφίας θεωρούνταν ένα κατά κύριο λόγο φυσικό φαινόμενο, αν και οι συσχετίσεις με μεταφυσικές ιδιότητες ήταν πάντα παρούσες, τροφοδοτούμενες σε μεγάλο βαθμό από την ψευδαίσθηση της απροσποίητης προέλευσής της. Ήδη από το 1839, ο Ουίλιαμ Χένρι Φοξ Τάλμποτ δήλωνε ότι δεν είναι ο καλλιτέχνης που δημιουργεί την εικόνα, αλλά η εικόνα δημιουργεί τον εαυτό της: «Ένα άτομο που δεν είναι εξοικειωμένο με τη διαδικασία, αν του πει κανείς ότι τίποτα από όλα αυτά δεν έγινε με το χέρι, θα φανταστεί ότι κάποιος έχει στη διάθεσή του το τζίνι από το λυχνάρι του Αλαντίν. [...] Είναι ένα μικρό κομμάτι μαγείας που πραγματοποιείται – φυσικής μαγείας. Κάνεις τις δυνάμεις της φύσης να δουλεύουν για σένα.»
Όταν κατά τον 19ο αιώνα παρουσιάστηκαν τις πρώτες μόνιμες φωτογραφικές αποτυπώσεις, πολλοί διανοούμενοι της εποχής αντιλήφθηκαν αμέσως ότι κάτι θεμελιώδες είχε αλλάξει στον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος σχετίζεται με την εικόνα. Η φωτογραφία δεν ήταν πλέον ζωγραφική. Ήταν, με την κυριολεκτική σημασία της λέξης, μια «γραφή του φωτός» — φως που πέφτει πάνω σε ευαίσθητη επιφάνεια και αφήνει το ίχνος του.
Ο φιλόσοφος Σάντρι Πιρς (1839 - 1914), είχε ταξινομήσει τα σημεία σε τρεις κατηγορίες: εικόνα, δείκτης και σύμβολο. Η φωτογραφία ανήκει στην κατηγορία του 'δείκτη' — αυτού που δείχνει απευθείας, που συνδέεται αιτιακά με αυτό που αναπαριστά. Σε αυτό διαφέρει ριζικά από τη ζωγραφική, που είναι εικόνα: ομοιότητα χωρίς αιτιακή σύνδεση. Το δακτυλικό αποτύπωμα είναι δείκτης. Η προσωπογραφία είναι εικόνα. Η φωτογραφία είναι και τα δύο — κι αυτός είναι ο παράδοξος πλούτος της.

Φυσικά, η φωτογραφία δεν είναι πραγματικά αχειροποίητη. Και εκεί βρίσκεται η ουσιαστικότερη πτυχή της. Πίσω από κάθε φωτογραφία υπάρχουν αποφάσεις βαθιά ανθρώπινες: ποια γωνία, ποιο φως, ποια στιγμή, τι μένει εντός κάδρου και τι αποκλείεται. Το καδράρισμα, είναι ίσως η πιο ισχυρή πράξη υποκειμενικότητας στη φωτογραφία, ακριβώς επειδή είναι αόρατη στον θεατή. Το χέρι δεν ανιχνεύεται πάνω στην επιφάνεια της εικόνας όπως στη ζωγραφική, αλλά οργανώνει αθέατα ολόκληρη τη διαδικασία παραγωγής της. Το χέρι υπάρχει — απλώς έχει μάθει να κρύβεται.
Αυτή η αορατότητα του χεριού είναι και το πιο ισχυρό ρητορικό χαρακτηριστικό της φωτογραφίας. Σε αντίθεση με τη ζωγραφική, όπου η παρουσία του καλλιτέχνη είναι κυρίαρχη και αναμενόμενη, η φωτογραφία παρουσιάζεται ως αντικειμενική ακόμα κι όταν δεν είναι. Ακριβώς γιατί «δεν φαίνεται να τη φτιάχνει κανείς», ο θεατής την εμπιστεύεται περισσότερο.
Το αχειροποίητο νομιμοποιείται μέσω της φωτογραφικής του αξιοπιστίας. Έγινε ευρέως αποδεκτό ότι η επιστήμη και η τεχνολογία που κρύβονται πίσω από την εικόνα, σε συνδυασμό με μια πινελιά από το θαύμα του φωτός, μπορούν να καταστήσουν ορατή την αλήθεια: ως εκ τούτου, το να βλέπεις σημαίνει να πιστεύεις. Αυτό προσδίδει στην εικόνα όχι μόνο τη δύναμη της απόδειξης και της πειθούς, αλλά και τη γοητεία της ψευδαίσθησης, της εξαπάτησης και του ψεύδους.

Η σύζευξη αυτή δεν είναι απλώς μεταφορική. Ο Γάλλος κριτικός Αντρέ Μπαζέν, σε ένα από τα πιο επιδραστικά δοκίμιά του, την «Οντολογία της φωτογραφικής εικόνας», υποστήριξε ότι η φωτογραφία ικανοποιεί μια αρχέγονη ψυχολογική ανάγκη του ανθρώπου: τη μουμιοποίηση του χρόνου, τη διάσωση του εφήμερου από τη φθορά. Είναι ενδιαφέρον ότι ο Μπαζέν, καθολικός στην παιδεία του, χρησιμοποιεί σχεδόν θεολογικούς όρους για να περιγράψει αυτό που συμβαίνει. Η φωτογραφία, λέει, μοιάζει με αποτύπωμα — όπως ένα δακτυλικό αποτύπωμα ή ένα νεκρικό προσωπείο. Δεν αναπαριστά απλώς το αντικείμενο· έχει μαζί του μια φυσική, σχεδόν μυστηριακή σχέση. Το φως που έφυγε από το πρόσωπο του ανθρώπου άγγιξε πραγματικά τη φωτοευαίσθητη επιφάνεια. Υπάρχει επαφή, υπάρχει «αφή του φωτός».
Η εικόνα είναι μαρτυρία επαφής, όχι ερμηνεία. Η φωτογραφία ενός ανθρώπου που έχει πεθάνει μάς συγκινεί όχι επειδή τον αναπαριστά «όπως ήταν», αλλά επειδή κάποτε, σε ένα συγκεκριμένο δευτερόλεπτο, το φως άγγιξε ταυτόχρονα το πρόσωπό του και το φιλμ. Ο Ρολάν Μπαρτ, στο βιβλίο του «Ο Φωτεινός Θάλαμος», ονόμασε αυτό το χαρακτηριστικό της φωτογραφίας «αυτό-υπήρξε» (ça-a-été): η φωτογραφία βεβαιώνει ότι κάτι όντως υπήρξε, κάποτε, εκεί. Είναι μια πιστοποίηση παρουσίας, όχι μια ζωγραφική σύλληψη. Η φωτογραφία αποτελεί ένα είδος «πιστοποίησης» — η φωτογραφία δεν «ερμηνεύει» αλλά «πιστοποιεί ότι αυτό υπήρξε». Η φωτογραφία, έγραφε, είναι ένα «εκπεμπόμενο φως» που κάποτε άγγιξε το αντικείμενο και τώρα αγγίζει τον θεατή. Ένα φυσικό ίχνος, σαν το αποτύπωμα χεριού στο χώμα.

Η ψηφιακή επανάσταση τάραξε αυτή τη βεβαιότητα. Όταν η φωτογραφική εικόνα παύει να είναι αποτύπωμα σε χημικό υλικό και γίνεται σύνολο αριθμητικών δεδομένων που μπορούν να τροποποιηθούν με μια κίνηση του ποντικιού, η οντολογική της ιδιαιτερότητα μετατοπίζεται. Η φωτογραφία πλησιάζει πλέον τη ζωγραφική, με την έννοια ότι παύει να είναι αυτόματη μαρτυρία. Με την έλευση των γενετικών μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης, που παράγουν φωτορεαλιστικές εικόνες χωρίς ποτέ φως να έχει αγγίξει κάτι, η ίδια η έννοια του «αχειροποίητου» αναποδογυρίζεται: έχουμε εικόνες χωρίς χειρονομία μεν, αλλά και χωρίς αναφορά σε υπαρκτό σώμα. Δεν είναι ίχνη επαφής· είναι στατιστικές μέσες τιμές. Έτσι, ο σύγχρονος θεατής αναγκάζεται να ξαναρωτήσει: τι σημαίνει «αληθινή εικόνα»; Ποια εικόνα μπορούμε ακόμα να εμπιστευτούμε ως μαρτυρία;



Το πορτραίτο ενός φανταστικού χαρακτήρα, του Εντμόν ντε Μπελαμί,  από την καλλιτεχνική συλλογικότητα Obvious. Είναι προϊόν τεχνητής νοημοσύνης, ιδιαίτερα ενός αλγόριθμου καθορισμένου από μια αλγεβρική εξίσωση. Δημοπρατήθηκε από τον οίκο Christie’s για 432,500 δολάρια. 
φωτο: © Christie’s, New York.

Σε αυτό το ερώτημα, η παράδοση της αχειροποίητης εικόνας προσφέρει έναν απρόσμενο φιλοσοφικό προσανατολισμό. Μας υπενθυμίζει ότι η εικόνα δεν αποκτά το βάρος της από την τεχνική αρτιότητα, αλλά από τη σχέση που έχει με αυτό που απεικονίζει. Το Άγιο Μανδήλιο λατρεύεται όχι επειδή είναι φωτογραφικά ευκρινές, αλλά επειδή θεωρείται μαρτυρία επαφής. Η οικογενειακή φωτογραφία ενός παππού εκτιμάται όχι επειδή είναι καλλιτεχνικά εξαιρετική, αλλά επειδή ξέρουμε ότι κάποτε εκείνος στάθηκε μπροστά στον φακό, υπήρξε, ανέπνεε. Η αξία της εικόνας, με άλλα λόγια, δεν εξαντλείται στην οπτική της επιφάνεια· περιλαμβάνει και την ιστορία της παραγωγής της, τη σχέση της με τον αναφερόμενο, την υπόσχεση παρουσίας που μεταφέρει.

 

 

Το υποτιθέμενο αποτύπωμα του σώματος του Χριστού στη Σινδόνη του Τορίνο, 
έγινε εμφανές και αναγνωρίσιμο μόνο όταν φωτογραφήθηκε 
και αποτυπώθηκε στην φωτοευαίσθητη πλάκα από τον Σεκόντο Πία το 1898.

 Σε ένα πιο υπερβατικό επίπεδο, ο Βάλτερ Μπένγιαμιν διέκρινε στην παλιά φωτογραφία ένα υπόλειμμα «αύρας», δηλαδή μια ιδιότητα μοναδικότητας και απόστασης που συγγενεύει με τη λατρευτική στάση απέναντι στο ιερό αντικείμενο. Η φωτογραφία, για τον Μπένγιαμιν, ξεκίνησε ως κάτι σχεδόν ιεροπρεπές και μόνο σταδιακά, με τον πολλαπλασιασμό των αντιγράφων, κοσμικοποιήθηκε. Αυτή η ιστορική διαδρομή φωτίζει αντίστροφα και την αχειροποίητη εικόνα: μας θυμίζει ότι κάθε γνήσια εικόνα-αποτύπωμα φέρει εντός της μια ηχώ ιερότητας, μια απαίτηση σεβασμού απέναντι σε ό,τι κάποτε στάθηκε μπροστά στο φως.

Η αχειροποίητη εικόνα και η φωτογραφία, παρά την απόσταση των αιώνων που τις χωρίζει, μοιράζονται την ίδια φιλοσοφική αρχή: ότι υπάρχουν εικόνες οι οποίες δεν εφευρίσκονται, αλλά παραλαμβάνονται· δεν κατασκευάζονται, αλλά αποκαλύπτονται. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η εικόνα παύει να είναι αντικείμενο κατανάλωσης και ξαναγίνεται γεγονός — μια στιγμή κατά την οποία το ορατό και το αόρατο, το φως και η σάρκα, ο χρόνος και η αιωνιότητα αγγίζονται για λίγο πάνω σε μια επιφάνεια, και αφήνουν εκεί το ίχνος τους, σαν μια ταπεινή και θαυμαστή υπόσχεση ότι κάποτε, κάπου, κάτι όντως υπήρξε. (Κ. Λ.)

 

 

 

επιμέλεια-εικόνες-κείμενο: Κάππα Λάμδα
© periopton


 

Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση
του παρόντος άρθρου (ολόκληρου ή αποσπασμάτων),
καθώς και η χρήση της βασικής σύλληψης του έργου, 
των προτεινόμενων σαφών εικαστικών λύσεων, 
όσο και των επιμέρους (σε χώρο και έννοια) ιδεών. 

11.5.26

Ανθεμόεσσα*, μια εικονογραφημένη ιστορία (με λεζάντες)

 

 

 

φωτογραφίες:  Ελίζαμπεθ Άριενς

           κείμενα:  Μπάρμπαρα Κολέ 

 

 

© Elisabeth Ariëns
 

Ένα διαυγές γαλαζοπράσινο ρεύμα παρασύρει προς τα εμπρός μια μικρή ομάδα νεαρών γυναικών, ανυψώνοντας και περιστρέφοντάς τες, ένας χορός από φτερά και ηλιακό φως. 

 

 
© Elisabeth Ariëns

© Elisabeth Ariëns

© Elisabeth Ariëns
Καθώς κινούνται μέσα στο νερό, φτάνουν σε ένα μυστικό, αρχαίο βασίλειο – το μυθικό, ανθόσπαρτο νησί Ανθεμόεσσα. Μια από αυτές βρίσκει ένα κοχύλι στα πόδια της, το σηκώνει και ακούει μια ψιθυριστή φωνή να της διηγείται τις ιστορίες των γυναικών προγόνων της. Μια άλλη ανοίγει τα φτερά της: σε πλήρη δόξα.

 
© Elisabeth Ariëns

© Elisabeth Ariëns

© Elisabeth Ariëns
 

Τρέχουν, γελούν, πετούν σε αυτή τη λαμπερή ζώνη φωτός. 
Με βαθιές ανάσες, απορροφούν τη μαγεία και την αφήνουν να ρέει.

 


© Elisabeth Ariëns

 Δοκιμάζουν τις μάσκες που αποκαλύπτουν τα αληθινά τους πρόσωπα. 
Μην ξεγελιέστε:  αυτές οι γυναίκες δεν επιδιώκουν να σαγηνεύσουν - είναι οι ίδιες σαγηνευμένες από τη ζωή.

 
 
 
 
 *Το νησί των Σειρήνων, γνωστό στη μυθολογία ως η Ανθεμόεσσα, είναι ο τόπος όπου οι Σειρήνες σαγήνευαν τους ναυτικούς με το τραγούδι τους, σύμφωνα με την Οδύσσεια. 
Στην αρχαιότητα τοποθετούνταν κοντά στη Νάπολι, ενώ σήμερα ταυτίζεται συχνά με τα νησάκια Li Galli (ή Le Sirenuse) κοντά στο Αμάλφι
 
 
πηγή: Crash magazine
 
 
 επιμέλεια-μετάφραση: Κάππα Λάμδα
© periopton


Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση
του παρόντος άρθρου (ολόκληρου ή αποσπασμάτων)

7.5.26

το τέλος της ουδετερότητας; η Τέχνη ως πολιτική πράξη

3.40' διάβασμα

 

 

 

 

Η είσοδος στο κεντρικό περίπτερο, στον κήπο της Μπιενάλε 
© EPA
 

 Η επιστροφή του Ισραήλ στη Μπιενάλε της Βενετίας, μετά την απουσία του το 2024, έχει προκαλέσει απειλές για διακοπή των εκδηλώσεων, ενώ η επιστροφή της Ρωσίας, εν μέσω ακυρώσεων εμφανίσεων Ρώσων καλλιτεχνών σε ολόκληρη την Ιταλία, έχει επίσης κατακριθεί. Η ατμόσφαιρα στα στενά δρομάκια δεν είναι μόνο φορτισμένη από την προσμονή για την αποκάλυψη του νέου καλλιτεχνικού αφηγήματος, αλλά δονείται και από τους κραδασμούς που προκαλούν οι αιματηρές παγκόσμιες συγκρούσεις.

"Η τέχνη δεν είναι ουδέτερη· ποτέ δεν ήταν. Αυτό που αλλάζει είναι η αυταπάτη μας ότι μπορεί να είναι."


Για να κατανοήσει κανείς εις βάθος τη δυναμική της Μπιενάλε της Βενετίας, πρέπει να ανατρέξει στην ίδια την ιστορική της ραχοκοκαλιά. Σε αντίθεση με άλλες μεγάλες διεθνείς εκθέσεις τέχνης, η Μπιενάλε διατηρεί πεισματικά το μοντέλο των «Εθνικών Περιπτέρων». Πρόκειται για μια αρχιτεκτονική και εννοιολογική αποτύπωση των εθνικισμών του 19ου αιώνα, μια πολιτιστική μικρογραφία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Εκεί, κάθε χώρα διεκδικεί το δικό της κομμάτι γης, το δικό της αυτόνομο κτίριο, για να προβάλει στον κόσμο το εθνικό της αφήγημα.

Αυτή ακριβώς η χωροταξική και θεσμική δομή είναι που καθιστά τον διαχωρισμό της τέχνης από το έθνος-κράτος πρακτικά αδύνατο. Το κράτος επιλέγει, υποστηρίζει, χρηματοδοτεί και, εν τέλει, εργαλειοποιεί την τέχνη ως το απόλυτο μέσο «ήπιας ισχύος». Στην εποχή μας, ωστόσο, το παραδοσιακό αυτό διπλωματικό πλεονέκτημα έχει μετατραπεί σε ένα επικίνδυνο ναρκοπέδιο. Οι καλλιτέχνες καλούνται, εκούσια ή ακούσια, να φορέσουν μια φανέλα με το εθνόσημο, σηκώνοντας στους ώμους τους τις πολιτικές των κυβερνήσεών τους.



το περίπτερο του Ισραήλ

το περίπτερο της Ρωσίας
φωτογραφία: Marco Cappelletti

Μπροστά σε αυτή την έντονη πόλωση, τον απόηχο σφοδρών συγκρούσεων και την αστάθεια, το κεντρικό ερώτημα αναδύεται πιο επιτακτικό από ποτέ: 'Μπορεί τελικά η τέχνη να παραμείνει ουδέτερη;'

Παρά το ότι η επίσημη γραμμή αρκετών πολιτιστικών ιδρυμάτων αντικατοπτρίζει το «ναι, η τέχνη υπερβαίνει τα σύνορα», πολλοί καλλιτέχνες απορρίπτουν την έννοια της ουδετερότητας ως μορφή σιωπηρής συνενοχής. Κατ' αυτούς, η τέχνη οφείλει να παίρνει θέση, να αμφισβητεί, να αποκαλύπτει. Από την 'Γκουέρνικα' του Πικάσο μέχρι τα κινήματα των Ντανταϊστών, η τέχνη υπήρξε πάντα ένα αιχμηρό σχόλιο πάνω στην εποχή της. Η επιδίωξη της «ουδετερότητας» απέναντι στην αδικία ή τον πόλεμο δεν αποτελεί απολιτίκ στάση· αντίθετα, συνιστά μια ισχυρή πολιτική δήλωση υπέρ της ανοχής του status quo. 
Ο καμβάς, το γλυπτό, η ψηφιακή εγκατάσταση, δεν γεννιούνται μέσα σε έναν αποστειρωμένο σωλήνα. Δημιουργούνται από ανθρώπους που ζουν σε συγκεκριμένες κοινωνίες, αναπνέουν τον φόβο, την οργή ή την ελπίδα της γενιάς τους. Ακόμα και η επιλογή ενός καλλιτέχνη να δημιουργήσει κάτι αμιγώς αφηρημένο, γυρίζοντας επιδεικτικά την πλάτη του στον κόσμο που φλέγεται, είναι στην πραγματικότητα μια αντίδραση σε αυτόν. Είναι η επιλογή της απόδρασης. Και η απόδραση, όταν τα πάντα γύρω φλέγονται, είναι μια βαθιά πολιτική πράξη.



Femen and Pussy Riot διαμαρτύρονται έξω από το περίπτερο της Ρωσίας

διαμαρτυρίες έξω από το περίπτερο του Ισραήλ. 
φωτογραφία: Hakim Bishara-Hyperallergic

Η Μπιενάλε της Βενετίας δεν είναι ένα καταφύγιο μακριά από τον κόσμο, αλλά ένας μεγεθυντικός φακός των ρωγμών του. Είναι ένας καθρέφτης –συχνά παραμορφωτικός, σίγουρα ενοχλητικός για τους έχοντες την εξουσία, αλλά πάνω από όλα ωμά ειλικρινής. Καθώς οι χιλιάδες επισκέπτες περπατούν φέτος στα δρομάκια των Giardini και Arsenale, αμφίθυμοι ανάμεσα στα περίπτερα του Ισραήλ και της Ρωσίας, στον απόηχο των διαδηλώσεων, καλούνται να αντικρίσουν κατάματα τη σκληρή αλήθεια.
Οι παγκόσμιες συγκρούσεις δεν αφήνουν τίποτα ανέπαφο, ούτε καν την ιερότητα της τέχνης. Η τέχνη δεν υπάρχει για να μας προσφέρει μια εύκολη, ανώδυνη διαφυγή από την πραγματικότητα, αλλά για να μας δώσει τα αναγκαία εργαλεία, το πολύπλοκο λεξιλόγιο και τη συναισθηματική νοημοσύνη για να μπορέσουμε να την αντέξουμε. 


Ίσως, τελικά, το ζητούμενο δεν είναι αν η τέχνη μπορεί να είναι ουδέτερη, αλλά αν μπορεί να είναι ειλικρινής. Να αναγνωρίζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο παράγεται και παρουσιάζεται, χωρίς να προσποιείται μια αποστασιοποίηση που δεν υφίσταται. Να δίνει χώρο σε πολλαπλές φωνές, ακόμη και όταν αυτές συγκρούονται. Και να επιτρέπει στον θεατή να αναμετρηθεί όχι μόνο με το έργο, αλλά και με τις δικές του θέσεις.
Η Μπιενάλε της Βενετίας, με όλες τις αντιφάσεις και τις εντάσεις της, παραμένει ένας από τους λίγους χώρους όπου αυτή η αναμέτρηση είναι δυνατή. Και ίσως αυτό να είναι, τελικά, το πιο πολιτικό της στοιχείο. (Κ. Λ.)

 

 

τα Εθνικά Περίπτερα στα Τζιαρντίνι και Αρσενάλε


Nota bene


Εν τω μεταξύ, διαβάζω, πως οι γεωπολιτικές αναταραχές έχουν επηρεάσει και άλλες χώρες. Μέχρι στιγμής, το Ιράν συμπεριλαμβανόταν επίσης στον κατάλογο των συμμετεχόντων της Μπιενάλε. Το Πολιτιστικό Ινστιτούτο του Ιράν στη Ρώμη ανέφερε ότι η συμμετοχή της χώρας δεν επιβεβαιώθηκε «υπό το φως των πρόσφατων γεγονότων», ανέφερε ο ιστότοπος Linkiesta τον Μάρτιο.
Ο Αυστραλός Χαλέντ Σαμπσάμπι, καλλιτέχνης με έδρα το Σίδνεϊ και γεννημένος στον Λίβανο, εξουσιοδοτήθηκεηκε εκ νέου για να εκπροσωπήσει τη χώρα τον περασμένο Ιούλιο. Είχε αποσυρθεί λιγότερο από μία εβδομάδα μετά την επιλογή του τον Φεβρουάριο, εν μέσω διαμάχης γύρω από ορισμένα από τα προηγούμενα έργα του, συμπεριλαμβανομένης μιας απεικόνισης του πρώην ηγέτη της Χεζμπολάχ, Χασάν Νασράλα, το 2007, ο οποίος δολοφονήθηκε από το Ισραήλ πέρυσι.
Στη Νότια Αφρική, εν τω μεταξύ, η υπουργός Πολιτισμού εμπόδισε την Γκαμπριέλ Γκολάιαθ, η οποία επιλέχθηκε πέρυσι, να παρουσιάσει το έργο της, χαρακτηρίζοντάς το «εξαιρετικά διχαστικό». Το Elegy, ένα έργο περφόρμανς, αποτίει φόρο τιμής στην Παλαιστίνια ποιήτρια Χίμπα Αμπού Νάντα, η οποία σκοτώθηκε σε ισραηλινή αεροπορική επιδρομή τον Οκτώβριο του 2023. Η Γκολάιαθ μήνυσε το υπουργείο και κανόνισε την παρουσίαση του έργου στην Chiesa di Sant'Antonin της Βενετίας, η οποία δεν αποτελεί μέρος της Μπιενάλε. Το περίπτερο της Νότιας Αφρικής, όπως και του Ισραήλ, θα παραμείνει άδειο.

 

 

επιμέλεια-κείμενο: Κάππα Λάμδα
© periopton



Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση
του παρόντος άρθρου (ολόκληρου ή αποσπασμάτων)
 

4.5.26

«ψευδοκαθίσματα» _ 1996 - 2018

2' διάβασμα

 

 

 

Μια σειρά φωτογραφιών που τραβήχτηκαν στην Κίνα από τον φωτογράφο Μίκαελ Βολφ.


 

 

 

© Μίκαελ Βολφ

Οι καρέκλες αποτελούν σημαντικά αντικείμενα που εμφανίζονται συχνά στις συλλογές των μουσείων, είτε λόγω της ιστορικής, ανθρωπολογικής είτε της σχεδιαστικής τους αξίας. Μας διηγούνται ιστορίες για τους ανθρώπους που τις κατασκεύασαν και τους ανθρώπους που κάθισαν πάνω τους, την κατάσταση, το ενδιαφέρον και την ικανότητά τους. Υπάρχουν πολλές καρέκλες που δεν θα βρούμε στα μουσεία, καρέκλες φτιαγμένες εκ των ενόντων για να καλύψουν την στιγμιαία ανάγκη για κάθισμα. Ο Μίκαελ Βολφ φωτογράφησε αυτά τα αυτοσχέδια καθίσματα στα κρυμμένα σοκάκια του Χονγκ Κονγκ και της ηπειρωτικής Κίνας, αναδεικνύοντας μια μοναδική διάλεκτο αυτοσχεδιασμού. Αυτά τα υβριδικά καθίσματα είναι αποτέλεσμα αυτοσχέδιων συναρμολογήσεων από κατοίκους της περιοχής, οι οποίοι χρησιμοποίησαν ό,τι παράταιρα υλικά είχαν στη διάθεσή τους. Αυτές τις υπαίθριες ιδιότυπες δημιουργίες, καθεμία από τις οποίες φέρει την προσωπική πινελιά του δημιουργού της, τις αποκάλεσε «ψευδοκαθίσματα» μια χαριτωμένη αναφορά στην πολυσύνθετη προέλευσή τους.

Τα «ψευδοκαθίσματα» έχουν μια ιδιαίτερη σημασία σήμερα, ευαισθητοποιώντας μας σε έναν κόσμο όπου οι πόροι γίνονται όλο και πιο σπάνιοι. Τα κατεστραμμένα και σπασμένα αντικείμενα δεν απορρίπτονται απλώς για να αντικατασταθούν από νέες, κατώτερης ποιότητας εκδόσεις, αλλά αναδιαμορφώνονται ως μοναδικά παραδείγματα αυτοσχεδιασμού.



© Μίκαελ Βολφ

© Μίκαελ Βολφ

© Μίκαελ Βολφ

© Μίκαελ Βολφ

© Μίκαελ Βολφ

© Μίκαελ Βολφ

Ο Βολφ καταγράφει αυτά τα «Φρανκενστάιν» αντικείμενα ακριβώς όπως τα συνάντησε, πλαστικές πλάτες προσαρτημένες σε ξύλινα σκαμνιά, μεταλλικά πόδια βιδωμένα σε αταίριαστα πλαίσια, και ασύμβατα μέρη δεμένα μεταξύ τους με σύρμα και ταινία. Κάθε καρέκλα λειτουργεί όχι μόνον ως πορτρέτο του χρήστη του, αλλά και ως πορτρέτο μιας κουλτούρας που βασίζεται στην αναγκαιότητα και την επινοητικότητα, όπου τα αντικείμενα αποκτούν μια δεύτερη ζωή μέσω πρακτικής, αυθόρμητης εφεύρεσης. Εστιάζοντας σε αυτά τα ταπεινά καθίσματα, ο Βολφ μετατρέπει την καθημερινή χρησιμότητα σε μια βαθιά μελέτη της ανθρώπινης εφευρετικότητας και της άρνησης να απορριφθεί ό,τι μπορεί ακόμα να επισκευαστεί.

Αναπροσδιορίζοντας τα αντικείμενα ως πολιτιστικά τεχνουργήματα, ο Βολφ πραγματοποίησε τη διαδικασία συλλογής και ταξινόμησης, προσκαλώντας σε στοχασμό για ένα εξαφανιζόμενο πολιτιστικό τοπίο. Για τον Βολφ, η φωτογραφία ήταν πάντα το μέσο έκφρασής του, ενώ ως παθιασμένος συλλέκτης την θεωρούσε επίσης μια μορφή συλλογής. Αναφέρει σχετικά:
«Ο τρόπος που λειτουργεί σε εμένα είναι ότι ο εγκέφαλός μου ακολουθεί το ένστικτό μου. Συχνά βλέπω κάτι που βρίσκω συναρπαστικό, αλλά δεν μπορώ να σας πω γιατί. Το 1996, ερωτεύτηκα αυτές τις περίεργες σπασμένες και επισκευασμένες «ευκαιρίες για κάθισμα» και από τότε, από κάθε ταξίδι στην ηπειρωτική Κίνα, αγόραζα ένα ή δύο. Ήταν η αρχή μιας συλλογής που τελικά θα αποτελούνταν από περισσότερα από 100 αντικείμενα.
Δεν είναι κομψές, ούτε είναι πάντα άνετες. Αλλά ούτε παράγονται μαζικά: είναι μοναδικές. Στην Κίνα, τα αντικείμενα που χρησιμοποιούνται για κάθισμα είναι τόσο ποικίλα όσο και οι περιστάσεις για να καθίσει κανείς. Κάθε καρέκλα και κάθε σκαμνί έχει τον δικό του χαρακτήρα, είναι ένας σύντροφος, ένα αποπαίδι ή ένας σεβάσμιος πρεσβύτερος. Όσοι κάθονται πάνω τους βρίσκονται κοντά στο έδαφος, εσωστρεφείς, παρακολουθώντας τον κόσμο να περνάει, χωρίς την πίεση του χρόνου.»



© Μίκαελ Βολφ

© Μίκαελ Βολφ

© Μίκαελ Βολφ

© Μίκαελ Βολφ

© Μίκαελ Βολφ

© Μίκαελ Βολφ

Η φωτογραφία του Μάικελ Βολφ είναι η φωτογραφία ενός «αουτσάιντερ». Γεννήθηκε το 1954 στη Γερμανία, μεγάλωσε στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά, και επέστρεψε στη Γερμανία για να σπουδάσει φωτογραφία πριν περάσει το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας του στην Ασία· το έργο του δεν υπόκειται σε κατηγοριοποίηση. Αυτό που τον ξεχωρίζει από τους άλλους είναι η οξεία ικανότητά του να εντοπίζει τη συμβολική αξία σε εκείνες τις φαινομενικά ασήμαντες λεπτομέρειες που τόσο συχνά περνούν απαρατήρητες. Από αυτή την οπτική γωνία, ο Βολφ κατάφερε να δημιουργήσει ένα σύνολο έργων που ασχολείται με την πιο καθολική πραγματικότητα της σύγχρονης αστικής ζωής. Πέθανε αιφνίδια το 2019 σε ηλικία 65 ετών.


Nota bene
η συλλογή «ψευδοκαθίσματα» αποτελεί έκθεμα στο Μ+ Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης στο Χονγκ Κονγκ













επιμέλεια-κείμενο: Κάππα Λάμδα
© periopton



Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση
του παρόντος άρθρου (ολόκληρου ή αποσπασμάτων)


1.5.26

Γαλλο-Αμερικανικό πάστοραλ

2.17' διάβασμα

 

 

 

 


Αγρότης στην παραλία, Νορμανδία, 1949-50
© Estate of Louis Stettner

Ο Λούις Στέτνερ είναι γνωστός για την ιδιαίτερη οπτική που συνδυάζει την τόλμη της αμερικανικής φωτογραφίας δρόμου με τον πιο ήπια και τη λυρική προσέγγιση που χαρακτηρίζει περισσότερο τους συγχρόνους του στο Παρίσι. Κάποια στιγμή επισκέφθηκε το Παρίσι με σκοπό να μείνει τρεις εβδομάδες· τελικά έμεινε πέντε χρόνια. Για το υπόλοιπο της ζωής του, ταξίδευε μεταξύ Νέας Υόρκης και Παρισιού — των «δύο αγάπων» του, όπως τις αποκαλούσε — βρίσκοντας συνεχώς νέα έμπνευση σε αυτή τη γεωγραφική δυαδικότητα. Ο Στέτνερ έζησε ανάμεσα στους δύο πολιτισμούς, καταγράφοντας την καθημερινή ζωή με ουμανιστική ματιά. Οι φωτογραφίες του αντικατοπτρίζουν το ευρύ φάσμα των ενδιαφερόντων του, από όλους τους τύπους Νεοϋορκέζων (συμπεριλαμβανομένων των εργαζομένων, των κομψών γυναικών, των καταπονημένων και των επισκεπτών από αλλού), μέχρι μια Γαλλία που μόλις είχε απελευθερωθεί από την ναζιστική κατοχή. Φευγαλέες στιγμές στη ζωή των πόλεων, από επιβάτες την ώρα αιχμής μέχρι ήρεμες παρατηρήσεις της καθημερινής ρουτίνας, στιγμές που συχνά δεν μπορούν να αναβιώσουν.

 

 

Ομόκεντροι Κύκλοι, Εργοτάξιο, Νέα Υόρκη, 1952 
© Estate of Louis Stettner

διάβαση πεζών, 1999 
© Estate of Louis Stettner

Ομπερβιλιέ, 1947 
© Estate of Louis Stettner

ζευγάρι φιλιέται κάτω από την ομπρέλα, 1996 
© Estate of Louis Stettner

πρακτορείο τύπου εκτός πόλης 
© Estate of Louis Stettner

σταθμός Πεν, Νέα Υόρκη
© Estate of Louis Stettner

καφετέρια στο Μανχάταν, 1946
© Estate of Louis Stettner

εργοστάσιο χαρτιού, ΕΣΣΔ, 1975
© Estate of Louis Stettner

ιδιοκτήτρια πλυντηρίου μπροστά από το κατάστημά της, Παρίσι, Γαλλία, 1949. 
©Centre PompidouDist. © Estate of Louis Stettner

 

Ο Στέτνερ έχει καταγράψει την αρχιτεκτονική και πολιτιστική εξέλιξη του Παρισιού και της Νέας Υόρκης, καθιστώντας το αρχείο του με χιλιάδες εικόνες μια σημαντική πηγή. Λίγοι φωτογράφοι έχουν ένα τόσο εκτενές αρχείο και των δύο πόλεων, ένα αρχείο που περιλαμβάνει ιστορικές εικόνες από τα διασημότερα τοπόσημα κάθε πόλης και την καθημερινή ζωή των πολιτών της. Ο Στέτνερ χαρακτήριζε τη φωτογραφία του ως ανθρωπιστικό ρεαλισμό. Ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για την καταγραφή της ζωής της εργατικής τάξης σε κάθε πόλη και επιδεικνύει ευαισθησία σε αυτή την προσπάθεια, φωτογραφίζοντάς την με μεγάλη αξιοπρέπεια.

Αργότερα στράφηκε στη έγχρωμη φωτογραφία, διατηρώντας όμως σε μεγάλο βαθμό το ύφος και την φιλοσοφία του.


«Ο τρόπος ζωής μου, η ίδια η ύπαρξή μου, βασίζεται σε εικόνες ικανές να χαραχθούν ανεξίτηλα στο εσωτερικό μάτι της ψυχής μας.»

Γεννημένος το 1922 στο Μπρούκλιν, ο Στέτνερ κατά τα εφηβικά και νεανικά του χρόνια, επισκεπτόταν τακτικά το Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης για να εξερευνήσει τη συλλογή των εκτυπωμένων φωτογραφιών. Η πρώτη του φωτογραφική μηχανή ήταν μια ξύλινη μεγάλου φορμά και συνέχισε να φωτογραφίζει με φιλμ και μετά την καθιέρωση της ψηφιακής για το υπόλοιπο της ζωής του. Αργότερα εντάχθηκε στη Photo League, μια πολιτικά ενεργή συνεταιριστική οργάνωση.
Κατατάχθηκε το 1942, και εκπαιδεύθηκε ως πολεμικός φωτογράφος υπηρετώντας στο μέτωπο του Ειρηνικού. Το 1947 μετακινήθηκε στη Γαλλία όπου συνέχισε τις σπουδές του. Ενώ ζούσε στο Παρίσι, γνώρισε τόσο καλά την καλλιτεχνική σκηνή -ανέπτυξε ιδιαίτερα μια στενή σχέση με τον Μπρασάι, ο οποίος έγινε φίλος και μέντοράς του-  που η Ένωση του ανέθεσε να οργανώσει την πρώτη αμερικανική έκθεση μεταπολεμικής γαλλικής φωτογραφίας. Η έκθεση, με έργα των Μπρασάι, Μπουμπά και άλλων, άνοιξε στη Νέα Υόρκη το 1948. Ο Στέτνερ επέστρεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες για μεγάλα χρονικά διαστήματα για να εργαστεί ως ανεξάρτητος φωτογράφος και αργότερα για να διδάξει στο Cooper Union και στο Brooklyn College. 
Εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Γαλλία το 1990 και πέθανε εκεί το 2016.


«Ο Μπρασάι μου έδειξε ότι είναι δυνατόν να βρεις κάτι σημαντικό φωτογραφίζοντας ανθρώπους στην καθημερινότητά τους που κάνουν συνηθισμένα πράγματα, ερμηνεύοντάς τα με τον δικό σου τρόπο και με τη δική σου προσωπική οπτική.»




© Estate of Louis Stettner

καρέκλες, 9η Λεωφόρος, 2004
 © Estate of Louis Stettner

RAS, Παρίσι
 © Estate of Louis Stettner

Βασιλιάς και Βασίλισσα του Κόνι Άιλαντ
 © Estate of Louis Stettner

Παρίσι
 © Estate of Louis Stettner

παραλία Τορεμολίνος, Ισπανία (Μάιος 1952)
 © Estate of Louis Stettner

ναύτης, σταθμός Πεν, 1958
 © Estate of Louis Stettner

αυτοπορτρέτο, Σαντιάγο, Χιλή, 2000–2001
 © Estate of Louis Stettner

Το όνομά του μπορεί να μην είναι τόσο γνωστό όσο αυτό ορισμένων συγχρόνων του, αλλά στον κόσμο της φωτογραφίας ο Λούις Στέτνερ θεωρείται ένας από τους μεγάλους, το έργο του οποίου εντάσσεται αδιαμφισβήτητα στον κανόνα. Δεν αναζητούσε τη δημοσιότητα· αναζητούσε την αλήθεια, και σε αυτή την αναζήτηση δημιούργησε μερικές από τις πιο ειλικρινείς, ανθρώπινες και διαχρονικές εικόνες του εικοστού αιώνα. 

 

 

επιμέλεια-κείμενο: Κάππα Λάμδα
© periopton



Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση
του παρόντος άρθρου (ολόκληρου ή αποσπασμάτων)