6.15' διάβασμα
Η φωτογραφία ως αχειροποίητη εικόνα: η κρυφή παρουσία του χεριού
(αφορμή για αυτό το κείμενο στάθηκε μια σειρά φωτογραφιών που είχα κάνει πριν αρκετά χρόνια, ανασύρθηκαν πρόσφατα και παρουσιάζονται τώρα εδώ)
![]() |
| από την ενότητα: 'αληθινές ιστορίες για ανύπαρκτα πράγματα' 📸© Κ.Λ. all rights reserved |
![]() |
| από την ενότητα: 'αληθινές ιστορίες για ανύπαρκτα πράγματα' 📸© Κ.Λ. all rights reserved |
![]() |
| από την ενότητα: 'αληθινές ιστορίες για ανύπαρκτα πράγματα' 📸© Κ.Λ. all rights reserved |
![]() |
| από την ενότητα: 'αληθινές ιστορίες για ανύπαρκτα πράγματα' 📸© Κ.Λ. all rights reserved |
Η έννοια της «αχειροποίητης εικόνας» αποτελεί έναν από τους πιο γοητευτικούς και θεολογικά φορτισμένους όρους της χριστιανικής παράδοσης. Ο όρος «αχειροποίητο» προέρχεται από τη βυζαντινή ετυμολογία και σημαίνει κυριολεκτικά «φτιαγμένο χωρίς χέρια». Πρόκειται για την εικόνα που δεν φιλοτεχνήθηκε από ανθρώπινο χέρι, αλλά αποτυπώθηκε με τρόπο θαυμαστό, σχεδόν αυτόματο, πάνω σε ένα υλικό υπόστρωμα — ένα πανί, ένα κεραμίδι, ένα σουδάριο. Στην ορθόδοξη παράδοση, το πιο γνωστό παράδειγμα είναι το Μανδήλιο της Εδέσσης, όπου σύμφωνα με τη διήγηση, αποτυπώθηκε στο ύφασμα η εικόνα του Χριστού όταν σκούπισε το πρόσωπό Του. Στη δυτική παράδοση, αντίστοιχη θέση κατέχει η Σινδόνη του Τορίνο και το Πέπλο της Βερονίκης. Το κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των εικόνων είναι η απουσία της ανθρώπινης επέμβασης: εμφανίζονται ως ίχνη, ως αποτυπώματα, ως μαρτυρίες μιας πραγματικότητας που υπερβαίνει τον ζωγράφο και την τεχνική του. Κάθε θρησκευτικό αχειροποίητο φαίνεται να έχει προκύψει χωρίς κανέναν ενδιάμεσο, και η υπόθεση ότι κανένας άνθρωπος δεν συμμετείχε στη δημιουργία του αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τον ισχυρισμό ότι η εικόνα προσφέρει αλήθεια. Όσο περισσότερο είναι παρόν το ανθρώπινο χέρι, τόσο περισσότερο υπονομεύεται η υπερφυσική αύρα της εικόνας.
| αριστερά: ζωγραφικό έργο του 10ου αιώνα που απεικονίζει τον βασιλιά Άβγαρο της Εδέσσης να κρατά το Μανδήλιον δεξιά: Χανς Μέμλινγκ, η Βερονίκη κρατά το πέπλο της |
Βέβαια, η ιδέα της δημιουργίας εικόνων χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση, δεν ανήκει αποκλειστικά στη θρησκευτική εικονογραφία — διασχίζει εποχές και μέσα, βρίσκοντας κάθε φορά νέες μορφές έκφρασης. Από τον Πόλοκ και τον Κουνς έως τα έργα μέσω Τεχνητής Νοημοσύνης η παράδοση του αχειροποίητου βρίσκει κάθε φορά νέες μορφές έκφρασης.
![]() |
| Ο Τζάκσον Πόλοκ ζωγραφίζει στο εργαστήριό του στο Λονγκ Άιλαντ της Νέας Υόρκης, 1950. Φωτογραφία © Hans Namuth |
Με τη σειρά της, η ίδια η φωτογραφία έχει ταυτιστεί στενά με τη δημιουργία εικόνων χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση από την πρώτη στιγμή της γέννησής της. Οι πρώτοι ερευνητές είχαν ήδη παρατηρήσει τις αρχές της αυτογένεσης και της αυτοματοποίησης που εμπλέκονταν σε αυτήν. Σε αντίθεση με τις θρησκευτικές εικόνες, οι οποίες υποτίθεται ότι δημιουργούνταν με θαύμα, η αυτονομία της φωτογραφίας θεωρούνταν ένα κατά κύριο λόγο φυσικό φαινόμενο, αν και οι συσχετίσεις με μεταφυσικές ιδιότητες ήταν πάντα παρούσες, τροφοδοτούμενες σε μεγάλο βαθμό από την ψευδαίσθηση της απροσποίητης προέλευσής της. Ήδη από το 1839, ο Ουίλιαμ Χένρι Φοξ Τάλμποτ δήλωνε ότι δεν είναι ο καλλιτέχνης που δημιουργεί την εικόνα, αλλά η εικόνα δημιουργεί τον εαυτό της: «Ένα άτομο που δεν είναι εξοικειωμένο με τη διαδικασία, αν του πει κανείς ότι τίποτα από όλα αυτά δεν έγινε με το χέρι, θα φανταστεί ότι κάποιος έχει στη διάθεσή του το τζίνι από το λυχνάρι του Αλαντίν. [...] Είναι ένα μικρό κομμάτι μαγείας που πραγματοποιείται – φυσικής μαγείας. Κάνεις τις δυνάμεις της φύσης να δουλεύουν για σένα.»
Όταν κατά τον 19ο αιώνα παρουσιάστηκαν τις πρώτες μόνιμες φωτογραφικές αποτυπώσεις, πολλοί διανοούμενοι της εποχής αντιλήφθηκαν αμέσως ότι κάτι θεμελιώδες είχε αλλάξει στον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος σχετίζεται με την εικόνα. Η φωτογραφία δεν ήταν πλέον ζωγραφική. Ήταν, με την κυριολεκτική σημασία της λέξης, μια «γραφή του φωτός» — φως που πέφτει πάνω σε ευαίσθητη επιφάνεια και αφήνει το ίχνος του.
Ο φιλόσοφος Σάντρι Πιρς (1839 - 1914), είχε ταξινομήσει τα σημεία σε τρεις κατηγορίες: εικόνα, δείκτης και σύμβολο. Η φωτογραφία ανήκει στην κατηγορία του 'δείκτη' — αυτού που δείχνει απευθείας, που συνδέεται αιτιακά με αυτό που αναπαριστά. Σε αυτό διαφέρει ριζικά από τη ζωγραφική, που είναι εικόνα: ομοιότητα χωρίς αιτιακή σύνδεση. Το δακτυλικό αποτύπωμα είναι δείκτης. Η προσωπογραφία είναι εικόνα. Η φωτογραφία είναι και τα δύο — κι αυτός είναι ο παράδοξος πλούτος της.
Φυσικά, η φωτογραφία δεν είναι πραγματικά αχειροποίητη. Και εκεί βρίσκεται η ουσιαστικότερη πτυχή της. Πίσω από κάθε φωτογραφία υπάρχουν αποφάσεις βαθιά ανθρώπινες: ποια γωνία, ποιο φως, ποια στιγμή, τι μένει εντός κάδρου και τι αποκλείεται. Το καδράρισμα, είναι ίσως η πιο ισχυρή πράξη υποκειμενικότητας στη φωτογραφία, ακριβώς επειδή είναι αόρατη στον θεατή. Το χέρι δεν ανιχνεύεται πάνω στην επιφάνεια της εικόνας όπως στη ζωγραφική, αλλά οργανώνει αθέατα ολόκληρη τη διαδικασία παραγωγής της. Το χέρι υπάρχει — απλώς έχει μάθει να κρύβεται.
Αυτή η αορατότητα του χεριού είναι και το πιο ισχυρό ρητορικό χαρακτηριστικό της φωτογραφίας. Σε αντίθεση με τη ζωγραφική, όπου η παρουσία του καλλιτέχνη είναι κυρίαρχη και αναμενόμενη, η φωτογραφία παρουσιάζεται ως αντικειμενική ακόμα κι όταν δεν είναι. Ακριβώς γιατί «δεν φαίνεται να τη φτιάχνει κανείς», ο θεατής την εμπιστεύεται περισσότερο.
Το αχειροποίητο νομιμοποιείται μέσω της φωτογραφικής του αξιοπιστίας. Έγινε ευρέως αποδεκτό ότι η επιστήμη και η τεχνολογία που κρύβονται πίσω από την εικόνα, σε συνδυασμό με μια πινελιά από το θαύμα του φωτός, μπορούν να καταστήσουν ορατή την αλήθεια: ως εκ τούτου, το να βλέπεις σημαίνει να πιστεύεις. Αυτό προσδίδει στην εικόνα όχι μόνο τη δύναμη της απόδειξης και της πειθούς, αλλά και τη γοητεία της ψευδαίσθησης, της εξαπάτησης και του ψεύδους.
Η σύζευξη αυτή δεν είναι απλώς μεταφορική. Ο Γάλλος κριτικός Αντρέ Μπαζέν, σε ένα από τα πιο επιδραστικά δοκίμιά του, την «Οντολογία της φωτογραφικής εικόνας», υποστήριξε ότι η φωτογραφία ικανοποιεί μια αρχέγονη ψυχολογική ανάγκη του ανθρώπου: τη μουμιοποίηση του χρόνου, τη διάσωση του εφήμερου από τη φθορά. Είναι ενδιαφέρον ότι ο Μπαζέν, καθολικός στην παιδεία του, χρησιμοποιεί σχεδόν θεολογικούς όρους για να περιγράψει αυτό που συμβαίνει. Η φωτογραφία, λέει, μοιάζει με αποτύπωμα — όπως ένα δακτυλικό αποτύπωμα ή ένα νεκρικό προσωπείο. Δεν αναπαριστά απλώς το αντικείμενο· έχει μαζί του μια φυσική, σχεδόν μυστηριακή σχέση. Το φως που έφυγε από το πρόσωπο του ανθρώπου άγγιξε πραγματικά τη φωτοευαίσθητη επιφάνεια. Υπάρχει επαφή, υπάρχει «αφή του φωτός».
Η εικόνα είναι μαρτυρία επαφής, όχι ερμηνεία. Η φωτογραφία ενός ανθρώπου που έχει πεθάνει μάς συγκινεί όχι επειδή τον αναπαριστά «όπως ήταν», αλλά επειδή κάποτε, σε ένα συγκεκριμένο δευτερόλεπτο, το φως άγγιξε ταυτόχρονα το πρόσωπό του και το φιλμ. Ο Ρολάν Μπαρτ, στο βιβλίο του «Ο Φωτεινός Θάλαμος», ονόμασε αυτό το χαρακτηριστικό της φωτογραφίας «αυτό-υπήρξε» (ça-a-été): η φωτογραφία βεβαιώνει ότι κάτι όντως υπήρξε, κάποτε, εκεί. Είναι μια πιστοποίηση παρουσίας, όχι μια ζωγραφική σύλληψη. Η φωτογραφία αποτελεί ένα είδος «πιστοποίησης» — η φωτογραφία δεν «ερμηνεύει» αλλά «πιστοποιεί ότι αυτό υπήρξε». Η φωτογραφία, έγραφε, είναι ένα «εκπεμπόμενο φως» που κάποτε άγγιξε το αντικείμενο και τώρα αγγίζει τον θεατή. Ένα φυσικό ίχνος, σαν το αποτύπωμα χεριού στο χώμα.
Η ψηφιακή επανάσταση τάραξε αυτή τη βεβαιότητα. Όταν η φωτογραφική εικόνα παύει να είναι αποτύπωμα σε χημικό υλικό και γίνεται σύνολο αριθμητικών δεδομένων που μπορούν να τροποποιηθούν με μια κίνηση του ποντικιού, η οντολογική της ιδιαιτερότητα μετατοπίζεται. Η φωτογραφία πλησιάζει πλέον τη ζωγραφική, με την έννοια ότι παύει να είναι αυτόματη μαρτυρία. Με την έλευση των γενετικών μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης, που παράγουν φωτορεαλιστικές εικόνες χωρίς ποτέ φως να έχει αγγίξει κάτι, η ίδια η έννοια του «αχειροποίητου» αναποδογυρίζεται: έχουμε εικόνες χωρίς χειρονομία μεν, αλλά και χωρίς αναφορά σε υπαρκτό σώμα. Δεν είναι ίχνη επαφής· είναι στατιστικές μέσες τιμές. Έτσι, ο σύγχρονος θεατής αναγκάζεται να ξαναρωτήσει: τι σημαίνει «αληθινή εικόνα»; Ποια εικόνα μπορούμε ακόμα να εμπιστευτούμε ως μαρτυρία;
Σε αυτό το ερώτημα, η παράδοση της αχειροποίητης εικόνας προσφέρει έναν απρόσμενο φιλοσοφικό προσανατολισμό. Μας υπενθυμίζει ότι η εικόνα δεν αποκτά το βάρος της από την τεχνική αρτιότητα, αλλά από τη σχέση που έχει με αυτό που απεικονίζει. Το Άγιο Μανδήλιο λατρεύεται όχι επειδή είναι φωτογραφικά ευκρινές, αλλά επειδή θεωρείται μαρτυρία επαφής. Η οικογενειακή φωτογραφία ενός παππού εκτιμάται όχι επειδή είναι καλλιτεχνικά εξαιρετική, αλλά επειδή ξέρουμε ότι κάποτε εκείνος στάθηκε μπροστά στον φακό, υπήρξε, ανέπνεε. Η αξία της εικόνας, με άλλα λόγια, δεν εξαντλείται στην οπτική της επιφάνεια· περιλαμβάνει και την ιστορία της παραγωγής της, τη σχέση της με τον αναφερόμενο, την υπόσχεση παρουσίας που μεταφέρει.
![]() |
| Το υποτιθέμενο αποτύπωμα του σώματος του Χριστού στη Σινδόνη του Τορίνο, έγινε εμφανές και αναγνωρίσιμο μόνο όταν φωτογραφήθηκε και αποτυπώθηκε στην φωτοευαίσθητη πλάκα από τον Σεκόντο Πία το 1898. |
Σε ένα πιο υπερβατικό επίπεδο, ο Βάλτερ Μπένγιαμιν διέκρινε στην παλιά φωτογραφία ένα υπόλειμμα «αύρας», δηλαδή μια ιδιότητα μοναδικότητας και απόστασης που συγγενεύει με τη λατρευτική στάση απέναντι στο ιερό αντικείμενο. Η φωτογραφία, για τον Μπένγιαμιν, ξεκίνησε ως κάτι σχεδόν ιεροπρεπές και μόνο σταδιακά, με τον πολλαπλασιασμό των αντιγράφων, κοσμικοποιήθηκε. Αυτή η ιστορική διαδρομή φωτίζει αντίστροφα και την αχειροποίητη εικόνα: μας θυμίζει ότι κάθε γνήσια εικόνα-αποτύπωμα φέρει εντός της μια ηχώ ιερότητας, μια απαίτηση σεβασμού απέναντι σε ό,τι κάποτε στάθηκε μπροστά στο φως.
Η αχειροποίητη εικόνα και η φωτογραφία, παρά την απόσταση των αιώνων που τις χωρίζει, μοιράζονται την ίδια φιλοσοφική αρχή: ότι υπάρχουν εικόνες οι οποίες δεν εφευρίσκονται, αλλά παραλαμβάνονται· δεν κατασκευάζονται, αλλά αποκαλύπτονται. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η εικόνα παύει να είναι αντικείμενο κατανάλωσης και ξαναγίνεται γεγονός — μια στιγμή κατά την οποία το ορατό και το αόρατο, το φως και η σάρκα, ο χρόνος και η αιωνιότητα αγγίζονται για λίγο πάνω σε μια επιφάνεια, και αφήνουν εκεί το ίχνος τους, σαν μια ταπεινή και θαυμαστή υπόσχεση ότι κάποτε, κάπου, κάτι όντως υπήρξε. (Κ. Λ.)
επιμέλεια-εικόνες-κείμενο: Κάππα Λάμδα
© periopton
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση
του παρόντος άρθρου (ολόκληρου ή αποσπασμάτων),
καθώς και η χρήση της βασικής σύλληψης του έργου,
των προτεινόμενων σαφών εικαστικών λύσεων,
όσο και των επιμέρους (σε χώρο και έννοια) ιδεών.



















.webp)






























.webp)

