where art is always in focus

23.9.26

ο τέλειος κόσμος του Φρανσίς Νταβίντ

2.30' διάβασμα







Κάποιες ζωές δεν αλλάζουν μέσα από προσεκτικό σχεδιασμό. Εκρήγνυνται.
Ένας γάμος τελειώνει. Μια επαγγελματική ζωή σταματά. Ένα αγαπημένο πρόσωπο εξαφανίζεται από την καρέκλα της κουζίνας, αφήνοντας πίσω του σιωπή και ατελείωτες άδειες ώρες που πρέπει να γεμίσουν.
Για τους ανθρώπους που φωτογράφισε ο Φρανσίς Νταβίντ, αυτά τα ρήγματα έγιναν παράξενα, φωτεινά ξεκινήματα. Τη μια μέρα υπήρχε ένα άδειο δωμάτιο· χρόνια αργότερα, το ίδιο δωμάτιο φιλοξενούσε ζωγραφισμένα πλάσματα, κτίρια-μινιατούρες, απίθανους πύργους και αναμνήσεις που πήραν φυσική μορφή.

Το βιβλίο του Νταβίντ «Ένας Τέλειος Κόσμος» συγκεντρώνει τέσσερις δεκαετίες συναντήσεων με Γάλλους καλλιτέχνες, οι οποίοι μεταμόρφωσαν συνηθισμένα σπίτια σε ιδιωτικά σύμπαντα.
Υπάρχουν κήποι με μικροσκοπικά αντίγραφα του Μον-Σαιν-Μισέλ, τοίχοι καλυμμένοι με σπασμένες πορσελάνες, ψηφιδωτά από κοχύλια και αυλές γεμάτες γλυπτά. Τίποτα δεν προδίδει την ύπαρξή τους από τον δρόμο. Θα μπορούσες να περάσεις από μπροστά τους χωρίς να παρατηρήσεις τίποτα. Κι όμως, πίσω από αυτές τις ήσυχες προσόψεις, η φαντασία οργιάζει.
Το εγχείρημα ξεκίνησε το 1977 με μια τυχαία αποκάλυψη. Ο Νταβίντ επισκέφθηκε το Maison Picassiette στη Σαρτρ, το εκπληκτικό ψηφιδωτό σπίτι του Ρεϊμόν Ισιντόρ —ενός καθαριστή νεκροταφείων που κάλυψε κάθε επιφάνεια με θραύσματα από πεταμένα πήλινα σκεύη.
Ο Ισιντόρ είχε βρει την ομορφιά στο σπασμένο· το γουάμπι-σάμπι των Ιαπώνων. Μάζευε κομμάτια από διαλυμένα πιάτα και, αντί για σκουπίδια, έβλεπε χρώμα. Αυτή η ανακάλυψη άλλαξε την κατεύθυνση της ζωής του Νταβίντ.



Μετά από ένα προσκύνημα στη Λούρδη τον Ιούνιο του 1973, 
ο Λουί Σουιγιόλ υποσχέθηκε να κατασκευάσει μια μικρογραφία της βασιλικής σε κλίμακα 1:40. 
Ήταν, εκτός από οτιδήποτε άλλο, ένας τρόπος να χρησιμοποιήσει τα δύο φορτία κατεργασμένης πέτρας που βρίσκονταν στον κήπο του στην Ardentes, στη Λίγηρα.
© Francis David

Η Εμιλιέν Σατενέ, που πέθανε το 1999, απεικονίζεται στο σπίτι της στο Ρομανβίλ, 
ένα προάστιο ανατολικά του Παρισιού. Αυτό το δωμάτιο φιλοξενούσε μια συλλογή 
από 4.500 κουτιά σπίρτα, 8.000 καπάκια μπουκαλιών μπύρας και 40.000 πλαστικά καπάκια μπουκαλιών κρασιού που ήταν περασμένα σε κουρτίνες. Κατέγραφε την ημερομηνία έναρξης κάθε σειράς, και μετέτρεπε οτιδήποτε – συμπεριλαμβανομένων κουμπιών και σουβέρ μπύρας – σε περισσότερες από 140 εικόνες.
© Francis David

© Francis David

© Francis David

Σύντομα, ο φωτογράφος ταξίδευε σε όλη τη Γαλλία χωρίς συγκεκριμένο δρομολόγιο. Αναζητούσε ανθρώπους που έχτιζαν, συγκέντρωναν και ζωγράφιζαν όχι για προβολή ή αποδοχή, αλλά επειδή η δημιουργία είχε γίνει γι' αυτούς απαραίτητη. Οι λόγοι τους ήταν βαθιά ανθρώπινοι: θλίψη, συνταξιοδότηση, μοναξιά, εμμονή, παιχνίδι.
Για δεκαετίες, η επίσημη κριτική προσπαθούσε να στριμώξει αυτές τις δημιουργίες σε κατηγορίες όπως «ακατέργαστη τέχνη» ή «τέχνη του περιθωρίου» —ταμπέλες που μπορεί να είναι χρήσιμες, αλλά ταυτόχρονα ισοπεδώνουν. Ο Νταβίντ αρνείται αυτούς τους όρους. Έχοντας εργαστεί ως κοινωνικός λειτουργός σε ψυχιατρικό νοσοκομείο, ανέπτυξε μια σπάνια ενσυναίσθηση.
 

Κατάλαβε νωρίς ότι αυτή η εμμονική ανάγκη για δημιουργία δεν ήταν μια ιδιότροπη πράξη, αλλά μια απάντηση στη μελαγχολία της ύπαρξης.


Στα ιδιότυπα έργα τους, οι δημιουργοί δανείζονται στοιχεία από τη χειροτεχνία, τις παιδικές αναμνήσεις, τη διαφήμιση ή τις εφημερίδες. Το χιούμορ ζει δίπλα στον τρόμο. Ένα δωμάτιο μπορεί να περιέχει έναν χειροποίητο φόρο τιμής στον Ροντέν και, ταυτόχρονα, μια τοιχογραφία βασισμένη σε μια φωτογραφία της Τρεμπλίνκα.



Ο εκλιπών Εζέν Ζουίφ κάλυψε τους πυλώνες και τους τοίχους της αυλής του στην ανατολική Γαλλία, με ζωγραφισμένα μπουκέτα – μοτίβα που επεκτάθηκαν και μέσα στο σπίτι, όπου σειρές λουλουδιών διατρέχουν τα δωμάτια. 
© Francis David

Ο Πιέρ Οζέ, πρώην αγρότης, στέκεται στην κορυφή της μινιατούρας Μον-Σεν-Μισέλ 
που έχτισε από πέτρες και παλιά ελαστικά στο χωριό Σεν-Μαρκάν στη βόρεια Βρετάνη. 
Σε αντίθεση με το πραγματικό Μεσαιωνικό Μον Σεν-Μισέλ στη Νορμανδία, 
αυτό το ορόσημο έφτασε μόλις τα δύο μέτρα ύψος και απαιτήθηκαν μόλις χίλιες ώρες εργασίας, 
χωρίς καμία συμβολή από μοναχούς. Προς την κορυφή του «νησιού», ο Οζιέ έστησε μια «τηλεόραση», που στην πραγματικότητα ήταν ένας καθρέφτης, επιτρέποντάς του να εμφανίζεται στην οθόνη δίπλα στο αββαείο του όποτε το επιθυμούσε. 
© Francis David

Από όλες τις προσωπικές ιστορίες που έφερε στο φως ο Φρανσίς Νταβίντ, 
εκείνη του Λυσιέν Φαβρώ ήταν ίσως η πιο συγκινητική. Εγκαταλελειμμένος από τη μητέρα του, 
μεγάλωσε με μια θεία –η οποία αργότερα τον αποκήρυξε– και στράφηκε στη γλυπτική 
μετά το τέλος του γάμου του και τον θάνατο του σκύλου του. 
Εδώ φωτογραφήθηκε στο σπίτι του στο Υβιέ, μία ώρα οδήγηση βόρεια του Μπορντό, 
καθισμένος δίπλα στον πίνακα που φιλοτέχνησε με θέμα το στρατόπεδο συγκέντρωσης της Τρεμπλίνκα και στο τσιμεντένιο γλυπτό του, μια «Γυναίκα Σκεπτόμενη» σε στυλ Ροντέν. 
«Κάθε άνδρας θα ήθελε να έχει μια όμορφη γυναίκα να τον προσέχει», εξηγούσε ο Φαβρώ, ο οποίος πέθανε το 1990. 
Ο ίδιος ο Νταβίντ λέει: «Ήταν ένας τρομακτικός κόσμος γι’ αυτόν, αλλά μέσα από το έργο του 
μπορούσε να πλάσει τις δικές του ιστορίες για καθεμία από αυτές τις μορφές».
© Francis David

Εκτός από τη συγγραφή του έργου «Το Μυστήριο των Προϊστορικών Σπηλαίων με τις Βραχογραφίες», ο Πολ Μαρσέ έδειξε το πάθος του για αυτού του είδους την τέχνη σκάβοντας βαθιά κάτω από το σπίτι του και διακοσμώντας στη συνέχεια το τεχνητό σπήλαιο —στο οποίο η πρόσβαση γινόταν μέσω μιας καταπακτής στην κουζίνα— με αντίγραφα των αρχαίων απεικονίσεων ζώων που είχαν ανακαλυφθεί στο Λασκό το 1940.
© Francis David

Αυτό που έχει σημασία για τον Νταβίντ είναι το πώς οι δημιουργοί ζουν μέσα σε αυτούς τους κόσμους. Ο άνθρωπος και ο χώρος γίνονται ένα. Δεν πρόκειται για αποστειρωμένες καλλιτεχνικές εγκαταστάσεις. Είναι υπνοδωμάτια, κουζίνες και αυλές —χώροι όπου η ύπαρξη έχει διευρυνθεί με τη δύναμη των χεριών.
Αυτή η οικειότητα χαρίζει στις φωτογραφίες την τρυφερότητά τους. Όμως, αυτοί οι κόσμοι είναι εύθραυστοι. Πολλά από αυτά τα περιβάλλοντα αποσυναρμολογούνται ή καταστρέφονται αμέσως μετά τον θάνατο των ιδιοκτητών τους.
Ο Νταβίντ έχει δωρίσει 2.200 διαφάνειες στο Μουσείο Τέχνης της Λίσσε για να διασώσει ό,τι μπορεί. Παρόλα αυτά, ανησυχεί: Ένα γλυπτό που μεταφέρεται έξω από τον κήπο του μπορεί να σωθεί, αλλά συνεχίζει να διατηρεί το ίδιο εννοιολογικό βάρος;

Υπάρχει κάτι το ανυπότακτο σε αυτούς τους αυτοσχέδιους κόσμους. Αντιστέκονται στην ομαλή λογική της σύγχρονης ζωής, όπου τα σπίτια οφείλουν να είναι τακτοποιημένα, λειτουργικά και ουδέτερα.
Αντιθέτως, αυτοί οι χώροι ξεχειλίζουν. Μετατρέπουν το χάος σε τελετουργία και τη μοναξιά σε αφθονία.

 

 

 



 Σε μια εποχή όπου οι ψηφιακοί χώροι μιμούνται το κενό με απόκοσμη ακρίβεια, αυτές οι ανθρώμινες συσσωρεύσεις μοιάζουν εντυπωσιακά ζωντανές.
Έχοντας διδάξει για 30 χρόνια φωτογραφία στο Παρίσι, ο Νταβίντ μάς καλεί να επανεξετάσουμε ποιος δικαιούται τον τίτλο του καλλιτέχνη. Μας υπενθυμίζει ότι η δημιουργικότητα συχνά ξεκινά εκεί που τελειώνουν τα «πρέπει».

Μας προκαλεί να αντιτάξουμε μια δόση «γλυκιάς τρέλας» απέναντι στον ισοπεδωτικό κομφορμισμό της σύγχρονης αστικής ζωής. Μια ρήξη μπορεί να αφήσει ένα μεγάλο κενό. Όμως, μερικές φορές, αν υπάρχει αρκετή υπομονή, αυτό το κενό μετατρέπεται σε πέρασμα. ✍ Κ. Λ.

 

 

 

Un monde parfait, Francis David, 
Éditions Myriorama, septembre 2026
 


 

 

 

 

 

 

  

 

 

επιμέλεια-κείμενο: Κάππα Λάμδα
© periopton

 

 

Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση
του παρόντος άρθρου (ολόκληρου ή αποσπασμάτων)

 

Under copyright law, it is prohibited to use, 
reproduce, or appropriate this article (in whole or in part)