where art is always in focus

10.9.20

Ο Φύλακας του Ονείρου: μια αναδρομή στη σκιά του Ορφέα

4' διάβασμα

 

 

 

 

Ο Κοκτώ διασταυρώνεται με τον άνθρωπο -άλογο,
Μπω-ντε-Προβάνς, 1959
© Lucien Clergue



Κάθε φορά που στέκομαι απέναντι σε αυτή τη φωτογραφία του Λυσιέν Κλεργκ, τραβηγμένη το μακρινό 1959 στο Λε Μπω-ντε-Προβάνς κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της 'Διαθήκης του Ορφέα', νιώθω με έναν σχεδόν υλικό τρόπο να με ρουφάει μια ρωγμή του χρόνου. Δεν πρόκειται απλώς για ένα κινηματογραφικό στιγμιότυπο ή ένα παρασκήνιο από τη ζωή ενός μεγάλου δημιουργού. Είναι κάτι πολύ πιο βαθύ: το ανεξίτηλο αποτύπωμα μιας μεταιχμιακής κατάστασης, ένα παράθυρο ορθάνοιχτο στο συλλογικό ασυνείδητο. Είναι η στιγμή που η πραγματικότητα αποφάσισε να παραδώσει τα όπλα και να υποκλιθεί στο όνειρο.
Στο κέντρο αυτού του ασπρόμαυρου κάδρου δεσπόζει ο Ζαν Κοκτώ. Με το γνώριμο προφίλ του, δεν περπατά απλώς σε ένα κινηματογραφικό πλατό. Μοιάζει να διασχίζει τον ίδιο τον λαβύρινθο του δικού του, βαθιά προσωπικού μύθου. Και εκεί, μέσα σε αυτό το αλλοπρόσαλλο τοπίο, τον περιμένει—ή μήπως αδιάφορα τον προσπερνά;—μια αλλόκοτη, υβριδική μορφή, ένα πλάσμα που ξεπήδησε από τη σκοτεινή πλευρά του καθρέφτη. 

Το βλέμμα μου, κάθε φορά, μαγνητίζεται και καρφώνεται πάνω σε αυτό το ανησυχητικό πλάσμα. Βλέπω έναν άνθρωπο, ο οποίος όμως φέρει μια τεχνητή, άκαμπτη κεφαλή αλόγου. Το μυαλό, εκπαιδευμένο στην αυστηρή ταξινομική συγκρότηση των αρχαίων μύθων, βιάζεται ίσως προς στιγμήν να ψελλίσει τη λέξη «κένταυρος». Όμως, το αισθητικό ένστικτο αμέσως αντιδρά, ακυρώνοντας τη σκέψη: όχι, αυτή η φοβερή διασταύρωση δεν ανήκει στην παρηγορητική, γνώριμη μυθολογία. Δεν πρόκειται για ένα πλάσμα της φύσης, ούτε καν της φαντασίας με την κλασική έννοια. Είναι ένα καθαρό πλάσμα του ονείρου, γεννημένο από τον πυρετό της σουρεαλιστικής αγωνίας. Στέκει εκεί, απόλυτα ακίνητος και αμίλητος, σαν ένας βουβός, αμετακίνητος μάρτυρας. Αναδύεται ως ένας οιονεί φύλακας του κατωφλίου, τοποθετημένος στα σύνορα της λογικής και του παραλόγου. Αναρωτιέμαι διαρκώς, με μια αίσθηση υπόκωφης αγωνίας, καθώς τον παρατηρώ: τι ακριβώς κάνει; Επιτρέπει, άραγε, ή μήπως ματαιώνει σιωπηλά την είσοδο του Κοκτώ σε αυτή την επέκεινα διάσταση; Και ο ίδιος ο ποιητής αποχωρεί οριστικά από αυτόν τον κόσμο ή μήπως μόλις προσέρχεται;

Σε αυτό ακριβώς το κομβικό σημείο, νιώθω πως όλες οι βεβαιότητες της καθημερινής λογικής καταρρέουν. Είναι σαν η ίδια η φωτογραφία να αποδομεί την ίδια τη γλώσσα με την οποία πασχίζουμε να την περιγράψουμε. Η ξεκάθαρη, θεωρητική γραμμή του Σωσυριανού κλάσματος—εκείνο το αυστηρό όριο που χωρίζει με ασφάλεια το σημαίνον από το σημαινόμενο—εδώ γίνεται απελπιστικά, αλλά και υπέροχα, ασαφής. Κάθε προσπάθεια για μια αλγοριθμική, υπολογιστική διαδικασία ερμηνείας ματαιώνεται εν τη γενέσει της. Δεν υπάρχουν πια οριοθετημένα νοήματα. Έχει άραγε μόλις αποτυπώσει ο Κοκτώ το ποιητικό του ίχνος στο στεγνό χώμα, αφήνοντας πίσω του μια κληρονομιά, ή μήπως βαδίζει ήδη μέσα σε έναν άχρονο διάδρομο, έχοντας απαλλαγεί από την ανάγκη των λέξεων;

Αναζητώντας μάταια απαντήσεις, το μάτι μου γλιστράει αναγκαστικά πέρα από τις δύο κεντρικές φιγούρες, προς το βάθος της σύνθεσης. Εκεί, οι όροι και οι αυστηρές προϋποθέσεις της όποιας μυθοπλαστικής νομιμότητας ανιχνεύονται πάνω σε έναν ορθωμένο τοίχο, και ακόμα πιο πέρα, προς τα ερείπια που ασπρίζουν κάτω από τον ήλιο της Προβηγκίας και μοιάζουν με οστά ενός πολιτισμού που ξέχασε πώς να ονειρεύεται. Εκεί στο βάθος, αναρωτιέμαι, βρίσκεται άραγε ο καθρέφτης—το αγαπημένο σύμβολο του Κοκτώ για το πέρασμα στον Κάτω Κόσμο—ή πρόκειται για μια ευθεία πορεία προς την απόλυτη λήθη; Αυτή η δυνητική διαίρεση του χώρου, παραδόξως, δημιουργεί μια βαθιά εννοιολογική αλλοτριότητα. Ο χώρος γύρω από τις μορφές είναι φαινομενικά ήσυχος και άδειος. Κι όμως, αφήνοντας την εικόνα να επιδράσει πάνω μου, νιώθω πως ο ίδιος αυτός ο χώρος πάλλεται. Είναι αφόρητα φορτισμένος, όχι μόνο από την τελετουργική ανθρώπινη παρουσία της δεδομένης στιγμής, αλλά κυρίως από την οδυνηρή απουσία κάποιου. Είναι ένας τόπος αιώρησης, γεμάτος σιωπηλά ερωτηματικά.

Ο Κοκτώ σε αυτή τη φωτογραφία γίνεται σύγχρονος. Όχι με την έννοια του μοντέρνου, αλλά με την έννοια του παρόντος, του αεί-παρόντος. Μοιάζει να περπατά μέσα σε έναν γρίφο που ξέρει ότι δεν λύνεται — και αυτό δεν τον ανησυχεί. Αυτή ήταν άλλωστε η κεντρική του θέση: ο ποιητής δεν αναζητά απαντήσεις, μετέχει στη μυστηριακή διαδικασία της ερώτησης. Η περιπλάνηση δεν είναι αποτυχία προσανατολισμού — είναι η ίδια η μέθοδος.
Τι σημαίνει όμως να βλέπεις αυτή τη φωτογραφία σήμερα, εξήντα και πλέον χρόνια μετά; Νομίζω σημαίνει ότι μερικά ερωτήματα δεν γερνούν. Η αναζήτηση για το μυστήριο της παρουσίας — γιατί είμαι εδώ, τι σημαίνει να κατοικώ στον κόσμο, πού αρχίζει και πού τελειώνει το εγώ — δεν ανήκει σε κάποια εποχή. Ο Κοκτώ το ήξερε αυτό και γι' αυτό τα έργα του δεν μοιάζουν ποτέ ντεμοντέ, ακόμα κι όταν τα σκηνικά τους ανήκουν σε άλλη δεκαετία.
Η αλήθεια και η ψευδαίσθηση επί ίσοις όροις. Είναι η καλύτερη περιγραφή αυτής της φωτογραφίας. Δεν σε ρωτά να επιλέξεις. Σε προσκαλεί να ζήσεις και τα δύο ταυτόχρονα. Το υβριδικό πλάσμα δεν είναι τέρας και δεν είναι άνθρωπος — είναι το εν τω μεταξύ. Ο Κοκτώ δεν πηγαίνει κάπου και δεν έρχεται από κάπου — διαβαίνει το κατώφλι.
Κι εμείς; Για εμάς το ζητούμενο, τελικά, δεν είναι να ξεχωρίσεις το πραγματικό από το φανταστικό. Το ζητούμενο είναι να τολμήσεις να προσπεράσεις τον φύλακα και να μπεις στον διάδρομο, χωρίς να ξέρεις αν αναχωρείς ή αν εισέρχεσαι.


Υ.Γ. Για τον Ζαν Κοκτώ, ο θάνατος δεν ήταν ένα σκοτεινό τέλος, αλλά ένας μόνιμος συμπρωταγωνιστής. Δεν τον αντιμετώπιζε με τον τρόμο του θνητού, αλλά με την περιέργεια του σκηνοθέτη. Στο σύμπαν του, ο θάνατος είναι μια διαδικασία «μεταστοιχείωσης» – κάτι που πρέπει να υποστείς για να γίνεις αθάνατος μέσα από το έργο σου.
Για τον Κοκτώ, ο θάνατος δεν κατοικούσε σε μακρινά νεκροταφεία, αλλά στο μπάνιο μας.

    « [...] Οι καθρέφτες είναι οι πόρτες από τις οποίες έρχεται και φεύγει ο Θάνατος. Κοιτάξτε τον εαυτό σας σε έναν καθρέφτη όλη σας τη ζωή και θα δείτε τον Θάνατο να εργάζεται πάνω σας, όπως οι μέλισσες σε μια γυάλινη κυψέλη».

Αυτή η φράση από τον Ορφέα συμπυκνώνει τη φιλοσοφία του. Ο καθρέφτης είναι το σύνορο. Το να περνάς «μέσα» από τον καθρέφτη σημαίνει να εισέρχεσαι στη ζώνη όπου ο χρόνος δεν έχει πια εξουσία. Στη φωτογραφία του Κλεργκ που σχολιάστηκε, ο Κοκτώ βαδίζει ακριβώς σε αυτό το μεταίχμιο: ανάμεσα στην ύλη και την αντανάκλαση.
(Κ. Λ.)

 

 

 

 

επιμέλεια-κείμενο: Κάππα Λάμδα

© periopton

 

 

Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ΄οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση του παρόντος
(ολόκληρου ή αποσπασμάτων)